Έντονα αυτοβιογραφικό, με «πινελιές» μαγικού ρεαλισμού και εκτυλισσόμενο στη Βόρεια Ιρλανδία την περίοδο των «Ταραχών» το μυθιστόρημα της Τζαν Κάρσον Οι Αρπαγές εξερευνά τα ζητήματα της απώλειας, του ανήκειν και της λύτρωσης.
Η προ μηνών κυκλοφορία του στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν μάς έδωσε την ευκαιρία για μια συνομιλία με την συγγραφέα.
Το Οι Αρπαγές, το δεύτερο βιβλίο σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά, εξερευνά τα ζητήματα της απώλειας, του ανήκειν και της λύτρωσης μέσα από την ιστορία της εντεκάχρονης Χάνα, της οποίας οι συμμαθητές αρρωσταίνουν και πεθαίνουν από μια μυστηριώδη ασθένεια.
Λαμβάνοντας υπόψη τη θεολογική προέλευση του τίτλου και την προτεσταντική σας ανατροφή, σε ποιον βαθμό η θρησκεία σάς έχει καθορίσει ως άτομο και ως συγγραφέα;
Είναι ένα τεράστιο ερώτημα, δύσκολο να απαντηθεί χωρίς να γράψει κανείς ολόκληρο βιβλίο. Κι αυτός είναι εν μέρει ο λόγος για τον οποίο έγραψα το Οι Αρπαγές.
Η ιστορία της Χάνα μοιάζει πολύ με τη δική μου και οι εμπειρίες της από τη φονταμενταλιστική ευαγγελική προτεσταντική κουλτούρα είναι σχεδόν πανομοιότυπες με εκείνες που βίωσα μεγαλώνοντας σε μια μικρή αγροτική κοινότητα της Βόρειας Ιρλανδίας, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990.
Πάντα έσπευδα να κάνω τη διάκριση ανάμεσα στη θρησκεία -την οποία αντιλαμβάνομαι ως μια προσέγγιση πιο κανονιστική και συχνά περισσότερο εδραζόμενη σε δόγματα για τη ρύθμιση της ζωής με βάση πνευματικές διδασκαλίες- και την πίστη, την οποία εκλαμβάνω ως ένα είδος προσωπικής σύνδεσης με το θείο.
Ελπίζω το Οι Αρπαγές να δείχνει πως είναι δυνατόν να αμφισβητήσει κάποιος τους περιορισμούς και την υποκρισία που συνδέονται με τη φονταμενταλιστική θρησκευτική πρακτική, διατηρώντας παράλληλα μια αίσθηση προσωπικής πίστης.
Είμαι ευγνώμων για ορισμένους από τους τρόπους με τους οποίους η ανατροφή μου με διαμόρφωσε ως συγγραφέα.
Το γεγονός ότι μεγάλωσα έχοντας τη Βίβλο ως λογοτεχνικό κείμενο κεντρικής σημασίας στη ζωή μου, μου χάρισε από νωρίς μια εκτίμηση για τη γλώσσα, τη λειτουργική και την αφηγηματική μορφή – και ειδικότερα για την παραβολή και τον μαγικό ρεαλισμό.
Ωστόσο, όπως διαπιστώνει η Χάνα στο Οι Αρπαγές, δεν ήταν εύκολο να μεγαλώσει κάποια σε αυτήν την κοινότητα ως γυναίκα με ιδέες και την επιθυμία να τις εκφράσει.
Το να είναι κάποιος καλλιτέχνης ήταν επίσης πολύ δύσκολο να συμφιλιωθεί με τις πεποιθήσεις αυτής της κοινότητας.
Δε συμμετέχω πλέον σε καμία οργανωμένη μορφή θρησκευτικής πρακτικής, αλλά θα έλεγα ότι έχω διατηρήσει κάποια μορφή πίστης, και πιστεύω πως αυτό με ωθεί να αναζητώ μικρές στιγμές του θαυμαστού και του θείου όταν γράφω.
Ελπίζω να προσδίδει επίσης χάρη στον τρόπο με τον οποίο γράφω για τον κόσμο.
Με ποιους τρόπους -τόσο εποικοδομητικούς όσο και καταστροφικούς- έχει επηρεάσει η θρησκεία (τόσο ο Καθολικισμός όσο και ο Προτεσταντισμός) τη νοοτροπία του μέσου Ιρλανδού και της ιρλανδικής κοινωνίας στο σύνολό της;
Καταρχάς, δεν υφίσταται κάτι σαν «μέση ιρλανδική νοοτροπία».
Πρόκειται για ένα νησί βαθιά διχασμένο ανάμεσα σε πολλές διαφορετικές παρατάξεις και κοσμοθεωρίες, επομένως θα ήταν πραγματικά αφελές να επιχειρήσει κάποιος μια γενίκευση σχετικά με το πώς η θρησκεία έχει επηρεάσει το σύνολο του πληθυσμού.
Στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, μέχρι πολύ πρόσφατα, η Καθολική Εκκλησία ασκούσε τεράστιο έλεγχο στο εκπαιδευτικό σύστημα, την υγειονομική περίθαλψη, τα δικαιώματα των γυναικών κ.λπ.
Το γεγονός αυτό διαμόρφωσε τη βιωματική εμπειρία των περισσότερων πολιτών, τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο.
Στη Βόρεια Ιρλανδία, η οποία αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, η Καθολική Εκκλησία εξακολουθούσε να ασκεί μεγάλη επιρροή στους πιστούς Καθολικούς, ωστόσο υπήρχε ανέκαθεν μεγαλύτερος διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους.
Μεγάλωσα στη Βόρεια Ιρλανδία, σε μια προτεσταντική κοινότητα όπου οι οικιστικές περιοχές και τα σχολικά συστήματα ήταν διαχωρισμένα.
Το σχολικό σύστημα εδώ παραμένει διαχωρισμένο σε ποσοστό άνω του 90% μέχρι σήμερα, με μόλις το 10% των παιδιών μας να φοιτά σε μικτά σχολεία και όχι σε σχολεία χαρακτηριζόμενα ως προτεσταντικά ή καθολικά.
Το μεγαλύτερο μέρος της κρατικής κατοικίας παραμένει εξίσου διαχωρισμένο με βάση τις θρησκευτικές ή κοινοτικές διακρίσεις.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους αυτή η κατάσταση έχει επηρεάσει την αντίληψή μας για τον κόσμο, εκ των οποίων ελάχιστοι είναι θετικοί.
Για μένα, η πιο ύπουλη συνέπεια είναι το γεγονός πως πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς να γνωρίζουν καμία εμπειρία ή κοσμοθεωρία διαφορετική από τη δική τους.
Η άγνοια μπορεί πολύ γρήγορα να οδηγήσει στον φόβο, ακόμη και στο μίσος, διασφαλίζοντας ότι οι παλιές προκαταλήψεις θα εξακολουθήσουν να υφίστανται στη Βόρεια Ιρλανδία.
Το μυθιστόρημά σας διαδραματίζεται την περίοδο των λεγόμενων «Ταραχών», σε ένα μικρό χωριό της Βόρειας Ιρλανδίας.
Γιατί αποφασίσατε να το τοποθετήσετε σε αυτό το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο και ποιες είναι οι δικές σας αναμνήσεις από εκείνη την εποχή;
Όπως προαναφέρθηκε, τοποθέτησα το μυθιστόρημα σε εκείνη τη χρονική στιγμή επειδή το 1993 είχα περίπου την ίδια ηλικία με τη Χάνα και ήταν μια περίοδος που θυμόμουν καθαρά.
Στην πραγματικότητα, πολλά από τα γεγονότα και τις πολιτισμικές αναμνήσεις των δικών μου πρώτων εφηβικών χρόνων περιλαμβάνονται στο Οι Αρπαγές.
Ήταν επίσης ενδιαφέρον να γράψω για τη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς η περίοδος 1993-1994 σηματοδοτεί την έναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας που θα οδηγούσε τελικά στη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.
Ήθελα, λοιπόν, να αξιοποιήσω το αίσθημα ελπίδας και αισιοδοξίας το οποίο μόλις άρχιζε να γίνεται εμφανές.
Τέλος, επέλεξα να τοποθετήσω την ιστορία στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καθώς δεν ήθελα η Χάνα ή κάποιος από τους συμμαθητές της να έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο.
Ήταν σημαντικό το γεγονός ότι εκείνοι, όπως κι εγώ, ζούσαν σε μια κατάσταση που θύμιζε γυάλα, χωρίς να έχουν επίγνωση ότι ο τρόπος ζωής τους διέφερε από εκείνον των ανθρώπων σε άλλα μέρη της χώρας ή, μάλλον, του κόσμου.
Κατά τη γνώμη σας, έχει αντιμετωπιστεί το συλλογικό τραύμα ή έχει απλώς καταπιεστεί; Και ποιες είναι οι προοπτικές για την ιρλανδική κοινωνία στο σύνολό της;
Χρειάζονται δεκαετίες, αν όχι περισσότερο, για να ανακάμψει μια κοινωνία από ένα βίαιο τραύμα, και εμείς εξακολουθούμε να βιώνουμε την κληρονομιά της σύγκρουσης εδώ στη Βόρεια Ιρλανδία.
Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ορισμένα από τα σοβαρότερα προβλήματα ψυχικής υγείας στην Ευρώπη, ενώ περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από αυτοκτονία στα χρόνια τα οποία ακολούθησαν τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου των Ταραχών.
Είναι αρκετά σαφές πως υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που πρέπει ακόμη να αντιμετωπιστούν.
Θα υποστήριζα ότι νομοθετικές και διαρθρωτικές αλλαγές -όπως η πλήρης ενοποίηση του σχολικού συστήματος στη Βόρεια Ιρλανδία, σε συνδυασμό με τη στρατηγική χρηματοδότηση για την υποστήριξη της ψυχικής υγείας και την προγραμματισμένη απομάκρυνση των «τειχών της ειρήνης» τα οποία εξακολουθούν να διαχωρίζουν τις καθολικές από τις προτεσταντικές περιοχές του Μπέλφαστ- θα συνέβαλλαν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα θεμελιώδη ζητήματα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τη χώρα, δεκαετίες μετά τη Συμφωνία Ειρήνης.
Και πάλι, δυσκολεύομαι να μιλήσω για τον αντίκτυπο των μέτρων τα οποία πρέπει να λάβουμε στον Βορρά, όσον αφορά τις επιπτώσεις τους στην Ιρλανδία στο σύνολό της.
Πρόκειται επί του παρόντος για δύο διαφορετικές χώρες, με δύο διαφορετικά συστήματα πολιτικής, εκπαίδευσης και υγείας.
Ωστόσο, είναι ενθαρρυντικό να βλέπουμε συζητήσεις -που διευκολύνονται από το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Shared Island»- να εξετάζουν πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε καλύτερες σχέσεις και να συνεργαστούμε στενά πέρα από τα σύνορα.
Αν και το μυθιστόρημα δεν εξιστορείται -τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του- από την κεντρική ηρωίδα, περιστρέφεται γύρω από αυτήν ή φιλτράρεται μέσα από τη δική της οπτική.
Ποια είναι η πιο συναρπαστική πλευρά της παιδικής ηλικίας και της πρώιμης εφηβείας, τόσο στη μυθοπλασία όσο και στην καθημερινή ζωή;
Οι αφηγητές/αφηγήτριες παιδιά αποτελούν πραγματικό δώρο. Επιτρέπουν στον συγγραφέα να αμφισβητήσει συστήματα και πεποιθήσεις υπό το πρίσμα της αθωότητας, αντί για τον κυνισμό ή την αυστηρή κριτική.
Υπάρχουν διάφορα σημεία στο Οι Αρπαγές όπου η Χάνα θέτει ερωτήματα τα οποία θα φάνταζαν υπερβολικά «ενημερωμένα» αν προέρχονταν από έναν ενήλικα χαρακτήρα.
Ίσως να υπήρξα και λίγο τεμπέλα, παρουσιάζοντας τη Χάνα ως 11χρονη το 1993.
Είμαστε σχεδόν συνομήλικες και, καθώς πρόκειται για μια περίοδο -τόσο της προσωπικής μου ζωής όσο και της Ιστορίας της χώρας- τόσο πλούσια και φορτισμένη με αναμνήσεις, μού φάνηκε φυσικό να τοποθετήσω το βιβλίο σε αυτήν.
Εκείνο το καλοκαίρι, ανάμεσα στο δημοτικό και το γυμνάσιο, είναι μια τόσο έντονη περίοδος για τα παιδιά, καθώς ισορροπούν στο κατώφλι της ενηλικίωσης.
Μπορώ ακόμα να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια τι φορούσα, τι έτρωγα, τι άκουγα και τι έβλεπα στην τηλεόραση. Αυτό έκανε την έρευνα εξαιρετικά εύκολη όσον αφορά την αποτύπωση των εμπειριών της Χάνα.
Η Χάνα συνομιλεί συχνά με τους νεκρούς συμμαθητές της. Ωστόσο, δε μαθαίνουμε ποτέ αν πρόκειται για ένα χαρισματικό παιδί ή αν αυτές οι «συναντήσεις» είναι αποκύημα της φαντασίας της.
Αυτή η «πινελιά» μαγικού ρεαλισμού αποτελεί μέρος της γοητείας του μυθιστορήματος. Τι απολαμβάνετε περισσότερο στον μαγικό ρεαλισμό, από άποψη ύφους;
Ανέκαθεν ήμουν οπαδός του μαγικού ρεαλισμού. Νομίζω ότι απλώς διαθέτω υπερβολικά ζωηρή φαντασία.
Με ελκύουν συγγραφείς όπως οι Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Σαλμάν Ράσντι, οι οποίοι χρησιμοποίησαν μαγικά στοιχεία για να εξετάσουν καίρια ζητήματα της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας των χωρών τους.
Για μένα, η Βόρεια Ιρλανδία φαντάζει ως το ιδανικό σκηνικό για μαγικό ρεαλισμό, με το μεθυστικό της μείγμα θρησκείας και πολιτικής, καθώς και τη βαθιά της ρίζα στον μύθο και τη λαογραφία.
Τα φανταστικά στοιχεία στις ιστορίες μου αναγκάζουν τον αναγνώστη να δει ένα κομμάτι της ιστορίας ή μια πτυχή του πολιτισμού που γνωρίζει εξαιρετικά καλά υπό ένα νέο πρίσμα.
Όσον αφορά τη Βόρεια Ιρλανδία, όπου η Ιστορία μπορεί συχνά να φαντάζει κουραστική και υπερβολικά συζητημένη, η ικανότητα προσέγγισης με φρέσκια ματιά μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη.
Μου αρέσει επίσης η αμφισημία την οποία προσδίδει ο μαγικός ρεαλισμός σε μια ιστορία.
Πολλές από τις εικόνες και τις μεταφορές εδώ αφήνονται στην ερμηνεία του αναγνώστη. Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να σεβαστεί κάποιος τη νοημοσύνη του αναγνώστη και να τον προσκαλέσει να αλληλεπιδράσει με το κείμενο.
Και τέλος, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από πολέμους, γενοκτονίες, αυξανόμενο αυταρχισμό -τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή- και διευρυνόμενη ανισότητα, ποιο είναι το νόημα της συγγραφής, αν δε συνοδεύεται και από κοινωνική δράση;
Πρόκειται για ένα ερώτημα με ιδιαίτερη φόρτιση. Φαίνεται να προϋποθέτει ότι η συγγραφή δεν αποτελεί μορφή κοινωνικού ακτιβισμού.
Θα υποστήριζα πως ένα βιβλίο που θέτει σημαντικά ερωτήματα και ωθεί τον αναγνώστη να σκεφτεί -ή ίσως και να επανεξετάσει- τις απόψεις ή τις πολιτικές του πεποιθήσεις, συχνά θα έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια και αντίκτυπο από μια μεμονωμένη πράξη φυσικού ακτιβισμού, με την παραδοσιακή έννοια του όρου.
Ο ακτιβισμός μπορεί -και οφείλει- να εκδηλώνεται με πάρα πολλές διαφορετικές μορφές.
Ευχαριστώ θερμά την Βίκυ Πορφυρίδου, μεταφράστρια του βιβλίου, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.
Το μυθιστόρημα της Τζαν Κάρσον Οι Αρπαγές κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση της Βίκυς Πορφυρίδου.




