Του Σέργιου Αλεξόπουλου

Η πρόταση της επιμελήτριας ξεκίνησε δειλά, ως διλημματικός συλλογισμός. Σύντομα όμως εξελίχθηκε σε αμφιλεγόμενη απόφανση, μεταλλάχθηκε σε αμφίβολη ετυμηγορία για να καταλήξει σε ρητή διαταγή: η πρώτη του, παιδική ζωγραφιά θα συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο της έκθεσης. Και με την θρασύδειλη υπεροψία που χαρακτηρίζει την επαγγελματική της ράτσα συμπλήρωσε ‘Είναι άλλωστε το πρώτο σου πορτραίτο’.

Το εν λόγω έργο ήταν, επί της ουσίας, το συνταίριασμα μιας έκθεσης ιδεών με μια ζωγραφιά. Το εγχείρημα είχε τίτλο: ‘Οι γονείς μου’. Κάτω από τον τίτλο δύο προτάσεις, σε καλλιγραφικό παιδικό ορνιθοσκάλισμα: ‘Ο πατέρας μου είναι ένας κύριος που όλο δουλεύει και σκέφτεται πολύ. Η μητέρα μου είναι μια κυρία που όλο χαμογελάει και ταξιδεύει πολύ.’ Στις δύο πλευρές της λευκής σελίδας ιχνογραφίας, όσο πιο μακριά γινόταν η μια από την άλλη, δύο μουτζούρες. Οι γονείς. Αιωρούνταν ως δύο ανεμοστρόβιλοι κάτω από έναν άγριο, θυμωμένο ουρανό. Μόλις που διέκρινες τα ανοιχτά χέρια και πόδια -οι παλάμες ανοιχτές σε μούντζες- τα σγουρά τους μαλλιά χτυπημένα από κεραυνό, τα στόματά τους ορθάνοιχτα σε ένα ουρλιαχτό. Την ζωγραφιά δεν την θυμόταν∙ ‘θυμάμαι όμως’, θα γράψει εκείνο το βράδι στο ημερολόγιό του, ‘αυτά τα ορθάνοιχτα στόματα να εκσφενδονίζουν κατηγορίες, παράπονα, επικρίσεις, μομφές κι αποδοκιμασίες’. Παιδί στην ζωγραφιά δεν υπήρχε. Ούτε σπίτι.

Και τι ωραία θα ‘ταν να έκανες κι ένα καινούργιο’, είπε μετά. Η επιθυμία της δεν εξέθετε κανένα ευσεβή πόθο∙ έκρυβε μια υποδόρια, επιτακτική εντολή.

Αναρωτώμενος πότε της είχε δώσει την άδεια να του μιλά στον ενικό, της είπε ότι θα το σκεφτόταν. Αμέσως ένιωσε μια ανατριχίλα να τον διαπερνά. Σαν κάποιος να περπάτησε στον τάφο του. Η επικείμενη έκθεση ήταν αναδρομική, ένα κοινωνικό γεγονός το οποίο, ‘όπως οι κηδείες’ θα σημειώσει στο ημερολόγιό του, ‘σηματοδοτεί ένα συμμάζεμα, ένα τέλος’. Η παιδική ζωγραφιά, το πρώτο του πορτραίτο, ήταν η πρώτη του δημόσια έκθεση∙ ένα καινούργιο θα σήμαινε την στερνή. ‘Μήπως οφείλω ν’ ακούσω το τραγούδι των σειρήνων: ‘Ώρα να φεύγεις’.

Αποφάσισε παρόλα αυτά να το κάνει. Και να τελειώνει μια για πάντα με τα πορτραίτα.

Ξεκίνησε την δουλειά αμέσως. Εκείνη τον επισκεπτόταν κάθε μέρα –‘θέλω να παρακολουθώ στενά την καλλιτεχνική σου διαδικασία, ν’ αναπνέω την κάθε σου δημιουργική ανάσα’. Τον περιεργαζόταν σαν πεινασμένο λαγωνικό. Κάτι ήθελε. Του θύμιζε ένα από τα αγαπημένα του πορτραίτα, της βασίλισσας της Νάπολης κι αδελφής του Βοναπάρτη. Χαμένη και χωμένη σε ένα πελώριο κατάμαυρο φόρεμα στέκεται μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Το μουτράκι της μόλις που φαίνεται κάτω από ένα γιγαντιαίο μαύρο καπέλο όλο δαντέλες και κεντήματα. Ότι σκέφτεται, ότι νιώθει κι αισθάνεται αντιπροσωπεύεται από τον Βεζούβιο στο βάθος που καπνίζει απειλητικά έτοιμος να εκραγεί. Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής. Αυτός είναι το πορτραίτο.

Πριν ξεκινήσει έψαξε και βρήκε ένα φωτογραφικό πορτραίτο των γονιών του. Οι φωτογραφίες είχαν παρθεί σε φωτογραφικό στούντιο. Τις είχαν στείλει ο ένας στον άλλον μετά την πρώτη τους γνωριμία. Τις είχε τοποθετήσει σε ένα κοινό λουλουδάτο διάκοσμο και τις καδράρισε σε μια ξύλινη κορνίζα. ‘Ποτέ άλλοτε’, είχε γράψει τότε, ‘δεν σας έχω ξαναδεί στο ίδιο κάδρο. Ούτε φωτογραφίες του γάμου σας δεν υπάρχουν’. Μήπως, σκέφτηκε τώρα, να παρουσιάσω αυτό στην έκθεση. Οι καλλιτεχνικές παρεμβάσεις φόντου και κορνίζας το καθιστούσαν ως ένα αυτόνομο έργο τέχνης. ‘Δεν λείπουν άλλωστε τα κορνιζαρισμένα σκουπίδια (συχνά κυριολεκτικά) από τους τοίχους των αιθουσών τέχνης’.

Έτοιμος να ξεκινήσει διάλεξε τα κατάλληλα χαρτιά, βρήκε τον αγαπημένο του κονδυλοφόρο κι άνοιξε το μελανοδοχείο με την σέπια. Πέρασε ώρα να κοιτά τον Κύριο και την Κυρία. Έτσι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον μετά το διαζύγιο. ‘Ο πατέρας, μάλιστα, θα προσθέσει στη ‘Κυρία’ την μητρική της ιδιότητα, ‘η Κυρία Μητέρα’, όχι τόσο ως το νέο της επίθετο ως ζωντοχήρα -έτσι τις έλεγαν ακόμα τότε- αλλά κι ως μια υπενθύμιση του μητρικού της ρόλου’.

Στερεωμένη στο καβαλέτο η παιδική ζωγραφιά. Από τα ορθάνοιχτα στόματα των δύο μουτζούρων ερχόταν ο απόηχος μιας κρεβατομουρμούρας, μιας γκρίνιας, που ενίοτε έσκαγε σε στουμπωμένες κραυγές.

Πρώτον έκανε τον πατέρα του. Καθόταν τρία τέταρτα, κουστουμαρισμένος, τα κουστούμια του πάντα παραγγελία και με εγγλέζικο ύφασμα, η λινή γραβάτα, σύμβολο μιας συντηρητικότητας και μιας επισημότητας που δεν αποχωριζότανε ποτέ. Φορούσε γραβάτα ακόμα και τα Σαββατοκύριακα. Και σκυθρωπός –‘που πάω να μπλέξω’, σκεφτόταν. Έπιασε μετά την μητέρα του. Τρία τέταρτα κι εκείνη, ντυμένη με ένα πλεκτό φόρεμα. Και χαμογελαστή –‘που θα μου πας, θα σ’ αλλάξω’. Δεν φορά κανένα συμπληρωματικό εξάρτημα πέρα από ένα οικογενειακό μενταγιόν, σύμβολο μιας χαμένης ευγενικής καταγωγής, πλούτου, τίτλων κι αξιωμάτων. Βαθιά ήδη μέσα στο εικοστό-πρώτο αιώνα ακόμα λέει για κάποιον που γνώρισε ‘καλός άνθρωπος δε λέω, δεν είναι βέβαια αριστοκρατία…’

Μόνο αφού τα τέλειωσε συνειδητοποίησε ότι είχε επαναλάβει το λουλουδιασμένο μοτίβο της φωτογραφίας, όλο μπουμπούκια τώρα που πολεμούσαν να ανθίσουν. Το φόντο όμως του πατέρα του ήταν τετραγωνισμένο, της μητέρας του στρογγυλό. ‘Διότι έτσι σας έχω ζωγραφισμένους μέσα μου: Αμετακίνητα τετράγωνος, Πατέρα, οριοθετημένος, δομημένος με μια απόλυτη σαφήνεια ταξινομούσες παγερά και με ακρίβεια τα πάντα. Σκληρός, αναίσθητος. Φαύλα κυκλική, Μητέρα, η ύπαρξή σου μια κλειστή καμπύλη της οποίας κάθε σημείο απείχε το ίδιο από ένα αδιευκρίνιστο κέντρο. – Σ’ ένα τετραγωνισμένο παρελθόντα χρόνο ζούσες, Πατέρα, κολλημένος εκεί, ανήμπορος να ζήσεις. Σ’ ένα κυκλικό ενεστώτα ζούσες, Μητέρα, κυκλοθυμική, σε μια αχαρτογράφητη ου-τοπία, στο στενό και φαύλο κύκλο ενός ομόκεντρου παρόντος. Κυκλόφερνες την απειλή αλλά και την ελπίδα ενός κυκλώνα: της επιστροφής σου’.

Κοίταξε τι είχε κάνει. Μόνο ως δίπτυχο πορτραίτο μπορούσε να σταθεί. Ένα κοινό τους πορτραίτο θα ήταν μια φρούδα προσπάθεια, ένας δυσεπίλυτος, ανέφικτος και σισύφειος άθλος. Θα ήταν σαν να του ζητιόταν, όπως είχε ζητηθεί σε εκείνους με τον γάμο τους, να τετραγωνίσει τον κύκλο, να στρογγυλέψει το τετράγωνο. Ο διαχωρισμός των δύο προτάσεων της παιδικής ζωγραφιάς ήταν τόσο εύστοχος: μην έχοντας ζήσει ποτέ μαζί τους, κάτω από την ίδια αλλά ανύπαρκτη στέγη, τους διαχώριζε από νωρίς. Ποτέ δεν τους ανέφερε μαζί, ως ζευγάρι∙ ‘με πνίγει αυτόματα ένας κόμπος που τον λύνω γόρδια: αλλάζω κουβέντα’.

Η επιμελήτρια έμεινε speechless όταν το είδε. Χωρίς να ζητήσει την άδειά του τοποθέτησε δίπλα του την παιδική ζωγραφιά. ‘Ήμουν σίγουρη’, είπε τρέμοντας συγκινημένη. ‘Να που στη λακωνικότητα των δύο προτάσεων που συνοδεύουν την παιδική ζωγραφιά εξυφαίνεται ολάκερη η ύπαρξή σου ως άνθρωπος κι ως καλλιτέχνης’.

Η ανθρώπινη και καλλιτεχνική μου ζωή’ θα σημειώσει ο ίδιος αργότερα, ‘φαίνεται να επισκιάστηκε από τις ατέρμονες τύψεις που μου προκαλούσε η ασταμάτητη εργασία του πατέρα μου, το άγχος για την σκυθρωπότητα του, την θλίψη για το συνεχές χαμογελαστό ταξίδι της μητέρας μου, τον αγιάτρευτο νόστο για την επιστροφή της, την απουσία της μέσα μου που θα γέμιζε από τι άλλο -την τέχνη’.

Διότι ‘το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν’, έπιασε πάλι εκείνη το νήμα σήμερα. Έδειχνε άυπνη -είχε κολλήσει κάπου στο εισαγωγικό σημείωμα που έγραφε για τον κατάλογο. Επανέλαβε το γνωμικό -ούτε η ίδια δεν ήξερε τι σήμαινε. Ο ειρμός της ήταν πλέον χαμένος∙ χαμένη η ίδια σε έναν λαβύρινθο προσπάθησε να βρει την έξοδο σε μια ανεπιτυχή σύνδεση της Λακωνίας με την Αρκαδία, τόπο καταγωγής του. Για να την μπερδέψει ακόμα περισσότερο, της είπε ότι η μητέρα του ήταν από την Κέρκυρα. Δεν της είπε όμως τον οικογενειακό μύθο που ήθελε την μητέρα του να ανακοινώνει τον επικείμενο γάμο της με Έλληνα και όλοι να της λένε μοιρολατρικά ‘Δεν πειράζει, καλό παιδί να ‘ναι…’ Ούτε τον εφιάλτη που η χθεσινή αναφορά στη Λακωνία είχε ξυπνήσει. Χρόνια είχε να τον δει. Τον σημείωσε εκείνο το πρωί μήπως τον ξορκίσει: ‘Στέκομαι μπροστά στον γεωπολιτικό χάρτη της Ελλάδας και ψάχνω απεγνωσμένα μια άγνωστη πόλη, την Ακαρδία, στη καρδιά της Πελοποννήσου’. Δεν υπήρχε καμιά ποιητικότητα ή ρομαντισμός στο μπέρδεμα των δύο λέξεων∙ η δυσλεξία του, απλώς, δεν είχε ανιχνευτεί ακόμα.

Σήμερα, βλέποντας την λαιμαργία στην ματιά της, σκέφτηκε να ‘μοιραστεί’ μαζί της την ‘άκαρδη’ παιδική του μνήμη, να την ‘επανατροφοδοτίσουν’, να ‘συνομιλήσουν με τον βαθύτερο, απαίδευτο παιδικό του εαυτό’. Κρατήθηκε. Εκείνη θα την άδραζε βίαια, θα την ξεζουμίζε, θα την έντυνε με το γνωμικό et in Arcadia ego-ήδη υπέρμετρα χρησιμοποιημένο σε όλα του τα βιογραφικά- αλλά ως ‘Ακαρδία’ τώρα θα την αναγεννούσε με την ελπίδα να πυροδοτήσει περισσότερες αναλύσεις, ‘ξαναδιαβάσματα’ κι ‘επανεκτίμηση’ του έργου του. Ειδικά που μετά την καταγραφή του εφιάλτη είχε σημειώσει κάτι ακόμα: ‘πόσο άκαρδος ήσουν τελικά, Αρκά πατέρα, πόσο άκαρδος είμαι εγώ…’

Την αμήχανη παύση που ακολούθησε συνόδευε το μουρμουρητό των δυο μουτζούρων στο καβαλέτο. Περισσότερες κατηγορίες, παράπονα, επικρίσεις, μομφές, αποδοκιμασίες.

Από το διπλανό δωμάτιο ήρθε ο ήχος του τηλεφώνου. Ήταν λάθος νούμερο. Όπως πήγε να επιστρέψει την είδε μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα να έχει πάει στο ημερολόγιό του και να το ξεφυλλίζει αργά στην αρχή αλλά σταδιακά με μανία. Της φώναξε ότι θα αργήσει λίγο. Έξυπνη εκείνη, έβγαλε το έξυπνο τηλέφωνό της κι άρχισε να παίρνει φωτογραφία την κάθε σελίδα. Σαν κακή κατασκοπική ταινία ήταν.

Την είδε να σταματά κάπου έκπληκτη. Μετά τον καταγραφή του εφιάλτη είχε μεταφέρει στο ημερολόγιο τις προτάσεις που συνόδευαν την παιδική ζωγραφιά. Όταν συνειδητοποίησε ότι η κάθε μία αποτελείτο από δώδεκα λέξεις αφέθηκε σε ένα ελεύθερο συνειρμό παίζοντας και ζωγραφίζοντας δωδεκάρια -από τους δώδεκα θεούς, τους δώδεκα μήνες, τους δώδεκα μαθητές, τα δώδεκα ζώδια, τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή, μέχρι τις δώδεκα ώρες, το δωδεκαήμερο και το Δώδεκα κι ούτε ένα τηλεφώνημα.

Μια επιμελήτρια σε έκσταση’. Αυτόν τον τίτλο θα έδινε στο πορτραίτο της. Ο Βεζούβιός της είχε εκραγεί. Με κάθε τι που ανακάλυπτε έβγαζε μικρές κραυγές -τι ‘οργασμός’ συμβόλων, τι απρόσμενος θησαυρός για το εισαγωγικό σημείωμα, τι αναπάντεχο δώρο για ανθρωπολογοκοινωνικές εισηγήσεις και ψυχαναλυτικές μπούρδες.

Την έδιωξε με άδεια χέρια. Χωρίς να πει κουβέντα άπλωσε το χέρι του περιμένοντας. Χρειάστηκαν μονάχα λίγα δευτερόλεπτα για το έξυπνο τηλέφωνο να ξαναχαζέψει. Δεν της έδωσε το δίπτυχο. Ούτε την παιδική ζωγραφιά. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να τα αποχωριστεί. Εκείνη επέμενε να τα πάρει -ήθελε να πάει το πορτραίτο για κορνιζάρισμα, την ζωγραφιά για φωτογράφιση. Πάντα υπήρχε μια ‘εκείνη’ ανάμεσα εκείνου κι εκείνων -μια νταντά, μια υπηρέτρια, ένα μισθωμένο ταξί που τον πήγαινε και τον έφερνε από την μια πλευρά της παιδικής ζωγραφιάς στην άλλη.

Μένοντας μόνος ένιωσε μέσα του κενός. Οι δυο μουτζούρες κάτω από το μαύρο, συννεφιασμένο ουρανό ούρλιαζαν πια τις κατηγόριες, τις επικρίσεις, τις κατάρες. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να τους κάνει να σωπάσουν.

Έβγαλε πάλι τα χαρτιά, τον κονδυλοφό ρο, τα μελάνια.

……………………………

* Οι πίνακες που συνοδεύουν  το διήγημα είναι του Σέργιου Αλεξόπουλου

Προηγούμενο ΆρθροΚείμενο του Νίκου Ρωμανού σχετικά με την δικαστική απόφαση για τον Κορκονέα
Επόμενο ΆρθροNayrouz Qarmout: Μια γεμάτη σιγουριά και τόλμη λογοτεχνική φωνή από τη Λωρίδα της Γάζας
Η πόλη Κ φιλοδοξεί να είναι ένα σάιτ ποικίλης ύλης για την πολιτική από τα κάτω και την τέχνη, στην εγχώρια και τη διεθνή τους διάσταση. Η συντακτική ομάδα αποτελείται από ανθρώπους που ασχολούνται με την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, τις τέχνες, την πολιτική και κοινωνική θεωρία, και συμμετέχουν σε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα . Οι αναζητήσεις της ομάδας εκτείνονται, μεταξύ άλλων, στα πεδία των πολιτικών ανοιχτών συνόρων, της κατάργησης των φυλακών, και της αποδόμησης των συστημικών ΜΜΕ και της αστικής δικαιοσύνης Η πόλη Κ είναι ο προορισμός στο εμβληματικό Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου. Για μας προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της κομμουνιστικής ουτοπίας και όλες τις χίμαιρες τις οποίες μπορεί αυτή να εμπεριέχει. Μερικά μονοπάτια προς μια ελευθεριακή ουτοπία θα επιχειρήσουμε κι εμείς να ιχνηλατήσουμε μέσα από το εγχείρημά μας, με οδηγούς την κριτική πληροφόρηση, τη φαντασία και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών σε ένα ελεύθερο διαδίκτυο.