Αντιδικτατορικός αγωνιστής, ανήσυχος άνθρωπος, ενεργός πολίτης, ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος και χειμαρρώδης συνομιλητής, ο Δημήτρης Παπαχρήστος αποπνέει μια αξιοζήλευτη νεανική ζωτικότητα.

Συναντηθήκαμε ένα μεσημεράκι στα Εξάρχεια με αφορμή την κυκλοφορία του -μη ταξινομήσιμου – βιβλίου του, Αχ! Μουρλοσκοτωμένο.

Από πού πηγάζει η νεανική ζωτικότητα που σας χαρακτηρίζει;

Από μια αρρώστια, την αρρώστια της νιότης.

Μπορεί να υπάρχει σε ανθρώπους που δε θέλουν να το βάλουν κάτω, που δε θέλουν να παραδεχθούν τη φθορά του χρόνου όταν έχουν μέσα τους την αντίσταση- κι όχι μόνο απέναντι σ’ αυτή τη φθορά, αλλά και σε κάθε μορφή εξουσίας.

Αό μικρό παιδί αισθανόμουν έτσι. Είχα αυτή την κουβέντα κάποτε με τον Γλέζο. «Εσύ αντέχεις ακόμα;» τον ρώτησα. «Θα σας θάψω, γιατί πάσχω από αυτή την αρρώστια», μου απάντησε.

Δεν πάσχω, όμως, μόνο από την αρρώστια της νιότης. Πάσχω κι από ύπαρξη, όπως έλεγε ο φίλος μου ο Κάρολος. Αν δε δώσουμε νόημα στη ζωή μας, τότε είναι σαν να μην τη ζήσαμε.

Ο μπαρμπα-Μήτσος, ο Νηρέας ο Βάρας, όταν με έβλεπε «σαλταρισμένο» ή απογοητευμένο, μου έλεγε: «Όποιος αγωνίζεται, δεν έχει καιρό ν’ απογοητευτεί».

Το αναφέρετε και στο Αχ! Μουρλοσκοτωμένο, το πιο πρόσφατο βιβλίο σας.

Πρόκειται για φράσεις κομβικές.

«Ένας άνθρωπος, όταν δεν μπορεί να διηγηθεί τη ζωή του, είναι σαν να μην την έζησε», έλεγε ακόμα.

Η μνήμη, για μένα, παίζει καθοριστικό ρόλο. Είναι «βουτηγμένη» μέσα σε εικόνες, ακούσματα, λόγια. Είναι και κληρονομική.

Το παρελθόν είναι η ίδια μας η ύπαρξη. Είναι εφαλτήριο να έρθουμε στο τώρα και να εκτιναχτούμε στο μέλλον.

Γι’ αυτό στο συγκεκριμένο βιβλίο βγήκαν στην επιφάνεια άνθρωποι που είχα γνωρίσει μικρό παιδί, πρόσφυγες οι περισσότεροι- είτε από τη Μικρά Ασία είτε Πόντιοι. Πού να ήξερα ότι αυτές οι αναμνήσεις θα έρχονταν να με βρουν μεγαλώνοντας…

Μην απορείς, λοιπόν, που σε κρατάει και το να κάνεις τον θάνατο πυξίδα ζωής.

Και να γίνεσαι έτσι πιο ερωτικό ον, όπως κάπου γράφετε.

Χωρίς τον έρωτα δε γίνεται τίποτα! Ούτε επανάσταση. Θα είναι σκέτη εκσπερμάτωση. Ο έρωτας -προς τα πάντα, έτσι;- έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.

Δεν απευθύνεται μόνο στη γυναίκα Στη φύση, πρώτ’ απ’ όλα. Στην ομορφιά της.

Γεννηθήκατε σε μικρό τόπο, οπότε έχει κι αυτό τη σημασία του.

Έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του, διότι δέθηκα με την πραγματικότητα της ζωής που είναι το χώμα. Φύση σημαίνει το να οργώσεις, να σπείρεις, να βρίσκεσαι με τα άλογα, τα οποία αγαπώ πάρα πολύ.

Μεγάλωσα με άλογα σε μια μετεμφυλιακή εποχή. Ακόμα και στο σχολείο, δεν ήμουν από τα καλά παιδιά. Οι καθηγητές απορούσαν και τα έβαζαν μαζί μου.

Ήσασταν πειραχτήρι, και τσακιζόσασταν συχνά- πότε με το γόνατο πότε με τον αγκώνα.

Όλο του κορμί μου είναι γεμάτο σημάδια. Η ποίηση με καθόρισε, εξάλλου.

Μια άλλη θρησκεία, όπως τη χαρακτηρίζετε.

Έχω βγάλει δυο-τρεις ποιητικές συλλογές. Από το 1982, ωστόσο, που κυκλοφόρησε η τελευταία έχω συγκεντρώσει ποιήματα που αν δεν έμπαιναν κλέφτες στο σπίτι μου και δεν το ρήμαζαν…

Γιατί, έκλεψαν ποιήματα;

Μακάρι να κλέβανε ποιήματα! Για λεφτά ψάχνανε. Το έκαναν ρημαδιό, κι έτσι ανακάλυψα κείμενα, συνεντεύξεις, ποιήματα που τα μάζεψα. Όταν με βασάνιζαν στην Ασφάλεια, τούς έλεγα για το χωριό, τον πατέρα μου, την ποίηση.

Ήταν μια θρησκεία με θεό τον Όμηρο. Κι αυτό το βιβλίο το διαπερνά η ποίηση. Αν γίνει η τέχνη τρόπος ζωής, αλλάζουν και τα πράγματα γύρω μας. Κι αν δεν αλλάξουν, τουλάχιστον να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια.

Να τιμήσουμε και τον θάνατο, που τον έχω περί πολλού. Αν δεν είχαμε την επίγνωση του θανάτου, δε θα ήμασταν ερωτικά όντα. Δεν τα λέω μόνο εγώ αυτά, τα έχουν πει και φιλόσοφοι. Ο Μπατάιγ, για παράδειγμα, με είχε σημαδέψει.

Ποια περίοδο;

Άρχισα να διαβάζω επί της ουσίας όταν έγινα φοιτητής. Ήμουν ένας τσόγλανος που ψαχνόταν. Η διαδρομή που ακολούθησα, όμως, υπήρξε επιλογή, δεν ήταν τυχαία. Καθορίστηκε κι από αυτά τα βιώματα.

Το βιβλίο είναι σαν να ακολουθεί όλα αυτά τα «μονοπάτια», τους «μαιάνδρους» της μνήμης, που δε χαρακτηρίζονται από γραμμικότητα ή συγκεκριμένο στόχο.

Αν ορίζατε έναν αφηγηματικό «μπούσουλα», θα ήταν ένα ταξίδι της μνήμης ή στη μνήμη;

Και ταξίδι στη μνήμη, και «σκάψιμο» στη γνώση.

Πήγα κόντρα με την απολυτότητα, δεν έγινα ποτέ δογματικός. Κι όταν άκουγα για την Αριστερά που «κρατάει» την απόλυτη αλήθεια, εγώ κρατιόμουν.

Η αλήθεια είναι ένας πόλεμος εναντίον της λήθης, γι’ αυτό και υπάρχει το στερητικό «α».

Εκτός από τη λήθη, το άλλο έγκλημα είναι η λησμονιά. Όταν πήγαινα σε σχολεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το πρώτο ερώτημα που μου απευθυνόταν ήταν αν υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο. Η προπαγάνδα υποστήριζε το αντίθετο.

Αν, επομένως, κάποιος -δεκαετίες αργότερα- διάβαζε πως δεν υπήρχαν, ίσως άρχιζε να το αμφισβητεί. Ενώ εγώ ήμουν παρών, έβλεπα το τανκ μπροστά μου και τα παιδιά στα κάγκελα, την ομορφιά της επανάστασης.

Όλα αυτά δεν πρέπει να λέγονται στον αέρα.. Ο γραπτός λόγος, αν είναι λογοτεχνία πραγματική, είναι μια κατάθεση γι’ αυτή την πραγματικότητα, και την υποστηρίζει.

«Δε φοβήθηκες τότε;» θα με ρωτήσεις. Και βέβαια φοβήθηκα. Δεν ήμασταν ήρωες. Όταν, όμως, μοιράζεσαι τον φόβο, σε έναν μεγάλο βαθμό τον ξεπερνάς και προκύπτει μια υπέρβαση της πραγματικότητας.

Σήμερα ζούμε μια ψευδαίσθηση πραγματικότητας σε μια καπιταλιστική, καταναλωτική, βάρβαρη κοινωνία. Ο φόβος δηλητηριάζει και υποτάσσει τον άνθρωπο, γι’ αυτό και τον χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης.

Η εξουσία σε κάθε της μορφή.

Ένιωθα, λοιπόν, την ποίηση ως καταφυγή, λύτρωση, υπέρβαση και ασπίδα προστασίας- κι όχι μόνο αυτά που έγραφα ή γράφω εγώ.

Με το βίωμα της γραφής γενικότερα πώς συναντηθήκατε, συνάπτοντας μαζί του μια τόσο έντονη, διαρκή, και πολύπλευρη σχέση ανά τις δεκαετίες;

Επικεντρώνομαι στην ποίηση, που δε με παράτησε ούτε την παράτησα. Εμπεριέχεται και στα πεζά μου κείμενα. Δεν έμεινα ποτέ στον -σοσιαλιστικό- ρεαλισμό, αλλά σ’ αυτό που ξεπερνά τον άνθρωπο. Μόνο με την ποίηση μπορείς να το αισθανθείς αυτό.

Από αρχαιοτάτων χρόνων η ποίηση και το δράμα διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στον πολιτισμό της Ελλάδας, που είναι και ανθρωπιστικός και οικουμενικός.

Μη νομίζεις πως είχα συναίσθηση όταν έγραφα ποίηση. Εκεί συνίσταται το μεγαλείο της, στο ότι έρχεται. «Σκιάς όναρ άνθρωπος», έγραφε ο Πίνδαρος.

Ονειρεύεστε ακόμα κάτι;

Δε γίνεται να μην ονειρεύεται ο άνθρωπος. Δεν εξαρτάται καν από τον ίδιο. Θα πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε και για το μελλούμενο όνειρο, το οποίο ξεπερνά το σήμερα.

Δε νιώθατε κάποια αμηχανία, αν όχι δέος, μπροστά σε ποιητές όπως ο Βάρναλης ή ο Ρίτσος, όταν τους γνωρίσατε σε νεανική ηλικία;

Αισθανόμουν ότι ήμασταν γνώριμοι. Αυτό δε σημαίνει πως έφυγαν η εκτίμηση και ο σεβασμός απ’ τη μέση. Ήταν, όμως, ο τσαμπουκάς του νέου.

Πού «χώνεται» χωρίς να το πολυσκεφτεί. Σας έχουν πλουτίσει πολύ τη ζωή και τη μνήμη όλες αυτές οι γνωριμίες, οι φιλίες, οι συντροφικές σχέσεις;

Μπορεί να μην έγραφα το βιβλίο αν δε με παρότρυναν άνθρωποι. «Όλα αυτά θα πάνε χαμένα;» με ρωτούσαν. Η γραφή διασώζει και είναι και μορφή αντίστασης.

Υπάρχει ένα σύστημα που προβάλλει περισσότερο αυτά που είναι καταναλώσιμα. Όσα έχουν «αγκίδες», αγκρίφια δεν είναι ευκολοχώνευτα. Ούτε στην Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων δεν έχω πάει. Δε θέλω, τι να πω;

H συγγραφή δεν είναι ιδιότητα, είναι ύπαρξη. Αν δε βουτήξεις τον κοντυλοφόρο μέσα σου, θα φανεί, ακόμα κι αν γράψεις ένα αριστούργημα.

Σας λείπουν ως αίσθηση οι άνθρωποι από το παρελθόν; Εμένα μου λείπουν διαβάζοντας το βιβλίο, χωρίς καν να τους έχω γνωρίσει.

Και δεν τους αναφέρω όλους. Όλους όσους αναφέρω, ωστόσο, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον πολιτισμό και την πολιτική της Ελλάδας. Είναι όλοι πεθαμένοι, πανάθεμά τους! Μακάρι να ζούσαν. Μπόρεσα -ή πρόλαβα- να τους «αναστήσω».

Τι σημαίνει «πατρίδα» για εσάς;

Για να κοιτάς ψηλά πρέπει να πατάς κάπου. Για να είσαι οικουμενικός, παγκόσμιος και διεθνιστής, πρέπει να έχεις πατρίδα και γλώσσα. Για μένα η γλώσσα μας είναι η πατρίδα μας.

Από την πολιτική, στο σήμερα, τι κρατάτε;

Πολιτική είναι αυτό, το πώς θα σε κοιτάξω, πώς θα σου συμπεριφερθώ. Πολίτης, πολιτεία, πολιτική, πολιτισμός είναι ένα. Ο πολιτισμός είναι το όλον της ύπαρξής μας.

Αν υπάρξει ταρακούνημα στην κοινωνία και καθένας βρει κάτι απ’ τον εαυτό του, το δίνει και στον άλλο δίπλα του.

Τότε μπορεί να προκύψουν η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η αυτοοργάνωση, κι αυτό ξεπερνά τους από τα πάνω που εκμεταλλεύονται, καταδυναστεύουν και εξουσιάζουν στο όνομα της διαχείρισης της πολιτικής.

Είναι προτιμότερο ν’ αγωνίζεσαι μάταια παρά να ζεις μάταια.

Στο μεταξύ, όλη η Ευρώπη στενάζει, και έχει έναν πόλεμο δίπλα της.

Όχι μόνο έναν.

Μοιράζουν τον κόσμο γεωστρατηγικά και σκοτώνουν τα παιδάκια; Έχουμε κι εμείς ευθύνη.

Για όσα κάνουμε και δεν κάνουμε.

Θα είχαν απαγορεύσει τις εκλογές αν έβγαινε κάτι από αυτές. «Όταν ο ένας τρώει κι ο άλλος κοιτάει, η συντέλεια από εκεί ξεσπάει». Είναι μια τουρκική παροιμία. Πώς μπορείς να κοιμάσαι όταν κάπoιος δίπλα σου υποφέρει;

«Ο αγώνας συνεχίζεται με τα όπλα που διαθέτει ο καθένας από εδώ και πέρα», ήταν τα τελευταία λόγια που είπα στον σταθμό του Πολυτεχνείου. Το «από εδώ και πέρα» ισχύει και για σήμερα.

Γιατί αυτό που κάναμε αφενός δε δικαιώθηκε, αφετέρου έγινε συμβολικό γεγονός και «σταθμός ανεφοδιασμού» για να ξεκινήσουν τα νέα παιδιά και να φτάσουν εκεί όπου δεν μπορέσαμε να φτάσουμε εμείς. Συνεννοηθήκαμε;

Η συνέχεια στα πράγματα είναι το πιο παρήγορο.

Δεν ξέρω, δε μ’ αρέσει η παρηγοριά. Τα μέτωπα είναι ανοιχτά, πιστεύω. Τηρουμένων των αναλογιών, οι σημερινές συνθήκες είναι χειρότερες από εκείνες που επικρατούσαν στην εποχή μου.

Τότε οι χούντες φορούσαν πηλήκιο, τώρα έχουμε μια στρατοκρατούμενη κοινωνία.

Εδώ, στα Εξάρχεια, οι μπάτσοι κυκλοφορούν αδέσποτοι, βαράνε και συλλαμβάνουν- και δε γίνεται και τίποτα.

Δεν τα έχετε εγκαταλείψει τα τελευταία 54 χρόνια.

Αλίμονο! Θα ήταν σαν να πρόδιδα τον ίδιο μου τον εαυτό.

Θα πηγαίνατε ως «ασπίδα προστασίας» για τους αμάχους στην Ουκρανία όπως είχατε πάει στο Βελιγράδι επί νατοϊκών βομβαρδισμών;

Όχι. Γίνεται εμφύλιος πόλεμος εκεί, τα «προεόρτια» του Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά να πάω γιατί; Για τα δύο καθίκια φασίστες από το Τάγμα Αζόφ που έβγαλε ο Ζελένσκι;

Ο ιστορικός χρόνος μάς ξεπερνάει. Αυτόν που έχουμε πρέπει να τον ζήσουμε επί της ουσίας, όχι σαν να είμαστε περαστικοί.

Ευχαριστώ θερμά την Δήμητρα Αρκουμάνη (Εκδόσεις Τόπος) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου Αχ! Μουρλοσκοτωμένο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος.