Νευρώδες ταξικό/υπαρξιακό θρίλερ, το Full Time του Ερίκ Γκραβέλ αφηγείται την ιστορία της Ζιλί, χωρισμένης μητέρας με δύο ανήλικα παιδιά, που μάχεται να εξισορροπήσει εργασία και μητρότητα.

Η βραβευμένη στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας και στο 22ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος ταινία προβάλλεται στα σινεμά από τις 5 Μαΐου. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Αμφότερες οι μεγάλου μήκους μυθοπλαστικές δουλειές σου καταπιάνονται με την εργασία, την ανεργία, την αναζήτηση δουλειάς. Τι σε ελκύει σ’ αυτό το θεματικό πεδίο;

Περίμενα πολύ πριν κάνω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας. Οι μικρού μήκους μου ήταν αστείες, ήθελα να κάνω τους θεατές να γελάσουν παρακολουθώντας τις.

Για να κάνεις, όμως, ένα μεγάλου μήκους φιλμ, πρέπει να έχεις κάτι να πεις. Αυτό, λοιπόν, που είχα να πω άρχισα, πιθανόν, να το αντιλαμβάνομαι μετά το δεύτερο φιλμ μου.

Ο πατέρας μου αγωνιζόταν όλη του τη ζωή με τη δουλειά του. Με μεγάλωσε μόνος του. Όταν ήμουν παιδί, αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα να επιλέξω την εργασία μου ή αν εκείνη θα μου επιβαλόταν.

Γι’ αυτό ασχολούμαι με τη σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες και τη δουλειά τους. Το βρίσκω ενδιαφέρον να μιλάω για ανθρώπους που προβαίνουν σε πολύ δυνατές επιλογές και είναι πολύ αφοσιωμένοι στη δουλειά τους.

Γιατί, όμως, είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σ’ αυτή;

Τι σημαίνει και πώς μας διαμορφώνει ως ανθρώπινες υπάρξεις συνολικά.

Συνειδητοποίησα, επομένως, ότι μου είχε «κολλήσει» αυτό το θέμα. Δεν ξέρω αν θα συνεχίσει να με απασχολεί. Έτσι φαίνεται.

Σε αντίθεση με το μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας, το Full Time δεν είναι καθόλου ανάλαφρο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα υπαρξιακό, ταξικό θρίλερ. Τι υπαγόρευσε αυτή την αλλαγή τόνου;

Το ίδιο το θέμα.

Ήθελα να μιλήσω για ανθρώπους που γνωρίζω, ανθρώπους που -όπως εγώ- ζουν στην ύπαιθρο και παλεύουν. Δεν υπάρχει τίποτα αστείο σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής, αλλά – αντιθέτως- πολύ άγχος.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ξυπνάνε καθημερινά στις πέντε τα ξημερώματα και ταξιδεύουν με τρένο επί δύο ώρες για να φτάσουν στον χώρο εργασίας τους. Αυτή είναι η ζωή τους μέχρι να συνταξιοδοτηθούν.

Ή μέχρι να καταρρεύσουν.

Οι περισσότεροι δεν καταρρέουν, ωστόσο. Απλώς συνεχίζουν, γιατί έχουν «κολλήσει». Αυτό με απασχολεί. Γιατί συμβαίνει; Από προσωπική επιλογή; Από κυβερνητική επιλογή; Λόγω του τρόπου συγκρότησης της κοινωνικής δομής;

Δεν ξέρω. Εξαιτίας όλων αυτών των λόγων, νομίζω. Δεν έχω την απάντηση, όμως, μονάχα έναν τρόπο να μιλάω γι’ αυτό το θέμα. Πιο πολύ θέλω να μιλήσω για το εσωτερικό βίωμα.

Λορ Καλαμί

Η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Ζιλί (Λορ Καλαμί), είναι μια μαχήτρια. Κι όμως, είναι ακόμη και ατομίστρια. Από τη μία, ταυτίζομαι με το δράμα και τον αγώνα της.

Από την άλλη, κάθε πράξη της εξυπηρετεί τους ατομικούς στόχους της, όχι κάτι πιο συλλογικό. Και μ’ αυτή τη λογική δεν μπορώ να ταυτιστώ.

Αυτός είναι ο καπιταλισμός από την οπτική γωνία ενός ατόμου.

Η Ζιλί δεν είναι τέλεια, κι αυτό το βρίσκω ενδιαφέρον. Μέσω της επιλογής της μάς κάνει να σκεφτούμε για τις δικές μας επιλογές. Αυτό που μ’ αρέσει στον χαρακτήρα της είναι ότι δεν πρόκειται για μια κοινωνική αναπαράσταση.

Μου αρέσει να μιλάω για κάποιον που λέει πως δε θέλει να τα παρατήσει. Παρατηρώντας έναν τέτοιο χαρακτήρα οδηγούμαστε στο να σκεφτούμε για τον εαυτό μας.

Ήθελα να κάνω ένα φιλμ για τον ατομικό και τον συλλογικό αγώνα. Η αίσθηση είναι η ίδια. Πενήντα χρόνια πριν αγωνιζόμασταν για να έχουμε κάτι ακόμα, σήμερα αγωνιζόμαστε για να μη χάσουμε περισσότερα.

Η Ζιλί χρειάζεται βοήθεια. Δε θέλει να «βουλιάξει». Θέλει να παραμείνει στην επιφάνεια. Το ίδιο συμβαίνει και με την κοινωνία, που δε θέλει να πέσει πιο χαμηλά.

Αυτή είναι η κυρίαρχη νοοτροπία, ο κάθε άνθρωπος να αγωνίζεται για τα ατομικά του συμφέροντα.

Δεν είμαι καν σίγουρος πως πρόκειται για νοοτροπία. Πολλοί άνθρωποι απλώς λειτουργούν έτσι. «Ζω μέσα σ’ ένα σύστημα, ακολουθώ έναν δρόμο», σου λένε. Σ’ αυτόν πορεύεται κι η Ζιλί.

Ο αγώνας συνίσταται στο να πεις: «Δε θα ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο». Ούτε καν η επιλογή να δουλέψει σ’ ενα σουπερμάρκετ στον τόπο κατοικίας της είναι εύκολη.

Είχες σκεφτεί διαφορετικά πιθανά φινάλε; Υπαινίχθηκες δύο, ίσως.

Εξ αρχής το φιλμ διέθετε μια δομή, διαπνεόταν από μια ιδέα. Το σημαντικό ήταν ο χαρακτήρας της Ζιλί και το πώς νιώθουμε γι’ αυτόν. Όλα είναι ένα σύνολο, και ήξερα το τέλος.

Ουσιαστικά, τίποτα δεν τελειώνει: οι απεργίες, ο αγώνας, το τρέξιμο. Ταυτόχρονα, ήθελα να δείξω ότι η ιστορία μπορεί να ιδωθεί από τον καθένα με διαφορετικό τρόπο που δεν είναι προκαθορισμένος.

Αισθάνομαι την πίεση που η Ζιλί βιώνει, και ώρες ώρες είναι ασφυκτική. Υποθέτω πως ήταν ένας από τους βασικούς σου στόχους.

Δε θα μπορούσα να μελετήσω την κατάστασή της με ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Το βρίσκω λιγάκι αναξιοπρεπές.

Αν μιλάω γι’ αυτήν την γυναίκα, είμαι μαζί της. Ο τρόπος μου ν’ αφηγηθώ την ιστορία είναι ο εκ των έσω τρόπος. Οπότε, βάζω τον θεατή μέσα στην Ζιλί- ή εκείνη μέσα στον θεατή. Για να υπάρξει κι ένας στοχασμός για την κατάστασή της.

Συνεπώς το βίωμα της ενσυναίσθησης από την πλευρά του θεατή έναντι ενός χαρακτήρα είναι θεμελιώδες για σένα.

Όταν γράφω, αυτός είναι ο κύριος στόχος μου. Αυτό ισχύει και για τους δευτερεύοντες χαρακτήρες- για παράδειγμα, η ηλικιωμένη κυρία Λουζινί που θέλει να φροντίζει τα παιδιά της Ζιλί.

Πρόκειται για ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε έναν ρόλο. Το βλέπουμε και στην περίπτωση της προϊσταμένης της Ζιλί στο ξενοδοχείο, η οποία φοβάται να την υποστηρίξει υπερβολικά μήπως βρεθεί και η ίδια σε δύσκολη θέση.

Όλοι νιώθουν την πίεση του συστήματος. Χωρίς να είναι η πρόθεσή μου, κάνοντας την ταινία συνειδητοποίησα τι είναι ικανό να επιβάλλει το σύστημα διαχείρισης ανθρώπινων πόρων στον άνθρωπο. Είναι πολύ σκληρό.

Και οι κυβερνήσεις διοικούν όπως οι επιχειρήσεις.

Λορ Καλαμί

Ακόμα και η ίδια η εργατική τάξη έχει προφανώς αλλάξει.

Προέρχομαι από φτωχό περιβάλλον. Ήθελα, όμως, να μιλήσω για τη μεσαία τάξη. Όταν είσαι κομμάτι της, αντιλαμβάνεσαι τον τρόπο που κινείται η κοινωνία.

Στο παρελθόν είχαν ένα πουλάκι στα ορυχεία και όταν υπήρχε διαρροή, το πουλί πέθαινε πρώτο κι έτσι οι άνθρωποι προλάβαιναν να διαφύγουν και να σωθούν. Η μεσαία τάξη αντιπροσωπεύει αυτό το πουλί.

Από την άποψη των κινηματογραφικών αναφορών, εντοπίζω την επίδραση των Αδερφών Νταρντέν.

Είναι αστείο, αλλά όχι!

Διαφωνείς.

Ίσως, αλλά δεν προέρχεται από μένα. Μου αρέσει το σινεμά τους, αλλά έχω δει περισσότερο Κεν Λόουτς. Ούτε κι ο Λόουτς είναι η κύρια αναφορά μου, όμως. Αν κάνω κοινωνικές ταινίες, δεν είναι γιατί μου αρέσουν.

Πιο πολύ προτιμώ την ενέργεια των φιλμ της δεκαετίας του 1970, όπως των Τζον Σλέσινγκερ ή Σίντνεϊ Λουμέτ, μια ενέργεια στην υπηρεσία των κοινωνικών φιλμ.

Το Σκυλίσια μέρα είναι ένα τέτοιο, και λέει πολλά για τη βορειοαμερικανική κοινωνία της εποχής.

Πάντως υπάρχουν εντυπωσιακές ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες της Ροζέτα και της Ζιλί.

Δεν έχω πρόβλημα με τον παραλληλισμό. Είναι εκπληκτική ταινία. Ωστόσο, απέχω πολύ από αυτό που κάνουν οι Νταρντέν, δεν είμαι νατουραλιστής.

Ίσως η επίδραση λειτούργησε ασυνείδητα, μιας και είδα την Ροζέτα πολύ καιρό πριν και δεν την ξαναείδα έκτοτε. Μπορεί να έμεινε κάτι και να περίμενε να εκδηλωθεί.

Ερίκ Γκραβέλ, Λορ Καλαμί

Δεν αισθάνεσαι λίγο παράξενα που μια τέτοια ταινία έχει γίνει επιτυχημένη- κριτικά και εμπορικά;

Απολύτως όχι!

Ο πατέρας μου δεν ήταν σινεφίλ, δεν ήξερα πολλά για τον κινηματογράφο. Αλλά το έβλεπα στα μάτια του όταν παρακολουθούσε ένα καλό φιλμ. Ποιος νοιάζεται για το θέμα; Ο τρόπος που παρακολουθώ ταινίες δεν είναι  ελιτίστικος.

Σημαντική αναφορά για μένα είναι τα φιλμ του Έλιο Πέτρι, οι ιταλικές ταινίες του 1950-1960: δημοφιλείς και ταυτόχρονα κοινωνικές. Είναι σπουδαίο τα φιλμ να είναι δημοφιλή και κοινωνικά την ίδια στιγμή. Αυτός είναι ο στόχος μου.

Με θλίβει το να παρακολουθεί μια ελίτ αστών, καλλιεργημένων ανθρώπων σημαντικές ταινίες. Θέλεις να βλέπεις φιλμ σχετικά με εσένα. Αν, λοιπόν, βρίσκεσαι στην οθόνη, είναι επειδή είσαι εξίσου καλός με τον οποιονδήποτε.

Έτσι ένιωσαν οι γαλλόφωνοι κάτοικοι του Κεμπέκ απ’ όπου κατάγομαι όταν πρωτοείδαν τους εαυτούς τους στη μεγάλη οθόνη τη δεκαετία του 1960.

Όταν πάλι ανύπαντρες/χωρισμένες μητέρες βλέπουν το Full Time, λένε: «Τώρα μιλάνε για μένα». Αν πρόκειται για δημοφιλή ταινία, αυτό είναι σπουδαίο!

Eυχαριστώ θερμά την Νιόβη Βουδούρη (Cinobo) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 22ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος.

Την ευχαριστώ επίσης για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού σκηνοθέτη και πρωταγωνίστριας.

Η ταινία του Ερίκ Γκραβέλ Full Time προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 5 Μαΐου σε διανομή του Cinobo.