Συνυφαίνοντας αριστοτεχνικά τη μικροϊστορία και τη μακροϊστορία, το βαθιά προσωπικό και το οδυνηρά συλλογικό, τα μυθιστορήματα της αλγερινής καταγωγής Γαλλίδας συγγραφέως Καουτέρ Αντιμί εξερευνούν τη μνήμη και τη σιωπή.

Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου της, Η εχθρική χαρά, στα ελληνικά, επιχειρούμε μια πιο συνολική κουβέντα μαζί της.

Και τα τρία μυθιστορήματά σου τα οποία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά συνυφαίνουν αριστοτεχνικά τη μικροϊστορία και τη μακροϊστορία, το βαθιά προσωπικό και το οδυνηρά συλλογικό.

Μήπως η επιλογή σου να γίνεις συγγραφέας πηγάζει από την ανάγκη να αποκαταστήσεις τη μνήμη των συγγενών σου, καθώς και να ανακτήσεις τις δικές σου αναμνήσεις από τα πρώτα σου χρόνια στην Αλγερία;

Η επιλογή μου να γράφω δεν πηγάζει τόσο από μια συνειδητή επιθυμία «αποκατάστασης», όσο από την ανάγκη να καλύψω τα κενά.

Στην Αλγερία, μεγαλώσαμε μέσα σε μια απέραντη σιωπή: εκείνη των γονιών μας, που ήθελαν να μας προστατέψουν από τη βία της «μαύρης δεκαετίας» ή από το αποικιακό παρελθόν.

Για τη γενιά μου, η μνήμη είναι υλικό κατακερματισμένο. Το να γράφεις σημαίνει να αναζητάς αυτά τα θραύσματα, να τα λειαίνεις και να επιχειρείς να οικοδομήσεις μια αφήγηση εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο το κενό ή η λήθη.

Είναι ο τρόπος μου να ανακτήσω τη δική μου ιστορία και εκείνη των αγαπημένων μου προσώπων.

«Το να γράφεις είναι σαν να δίνεις μια παράσταση», επισημαίνεις στο προσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά μυθιστόρημά σου, Η εχθρική χαρά. Με ποια έννοια;

Όταν λέω πως η γραφή είναι μια παράσταση, έχω κατά νου την ολοκληρωτική εμπλοκή του σώματος.

Για μένα, η γραφή δεν είναι απλώς μια διανοητική πράξη· είναι κάτι το οποίο διαπερνά και το σώμα.

Στο Η εχθρική χαρά, αυτό συνδέεται με την ιδέα ότι το κείμενο οφείλει να «στέκεται» σωματικά μπροστά στον αναγνώστη, με έναν επείγοντα χαρακτήρα και μια ένταση που παραπέμπουν στη θεατρική σκηνή.

«Η γραφή απαιτεί περιπλάνηση. (…) Ο ρυθμός του σώματος είναι ο ίδιος με τον ρυθμό του κειμένου», σχολιάζεις στη συνέχεια. Αντικατοπτρίζεται άραγε η αλήθεια ενός κειμένου στον ρυθμό του και αντιστρόφως;

Απολύτως. Για μένα, ο ρυθμός είναι η πρωταρχική αλήθεια ενός βιβλίου.

Μια πρόταση μπορεί να είναι γραμματικά ορθή, αλλά αν δε διαθέτει τον δικό της ρυθμό, εκείνη τη συγκεκριμένη ανάσα που υπαγορεύει τον ρυθμό της ιστορίας, ακούγεται ψεύτικη. Σε αυτόν ακριβώς τον ρυθμό ενυπάρχει το ειλικρινές συναίσθημα.

«Ποτέ δεν έβρισκα τις λέξεις που ήθελα. Μεγάλωσα μέσα στη σιωπή. Έκλαψα μέσα στη σιωπή. Γέλασα μέσα στη σιωπή. Τι είναι οι λέξεις και σε ποιον ανήκουν;» αναρωτιέται απελπισμένος ο Ταρέκ στο Με άνεμο κακό.

Σε ποιον ανήκουν οι λέξεις; Βρίσκεις τη σιωπή εκφοβιστική ή και ενδυναμωτική;

Ο Ταρέκ και η Λεϊλά, στο Με άνεμο κακό εκφράζουν το αίσθημα της αποστέρησης που βιώνουν όσοι δεν απέκτησαν ποτέ φωνή ή όσοι είδαν τη γλώσσα τους να τους αφαιρείται.

Η σιωπή ήταν το πρώτο μου τοπίο· μεγάλωσα παρατηρώντας περισσότερο απ’ ό,τι μιλώντας.

Αυτή η σιωπή μπορεί να προκαλεί δέος, καθώς εμπεριέχει όλα όσα είναι ανείπωτα, αλλά αποτελεί και δύναμη: είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η φαντασία.

Η γραφή αφορά ακριβώς στην οικειοποίηση των λέξεων, ώστε να μην ανήκουν πλέον μόνο στους «άλλους», αλλά σε εκείνους που ήταν επί μακρόν καταδικασμένοι στη σιωπή.

Η Εχθρική χαρά ξεκινά με ένα απόφθεγμα του εμβληματικού Αλγερινού συγγραφέα Kατέμπ Γιασίν, το οποίο θυμίζει παράξενα τον Aλμπέρ Καμύ. Τι είναι αυτό που σε εμπνέει περισσότερο σε αυτούς τους συγγραφείς;

Διακρίνεις κάποιες ομοιότητες;

Αν και συχνά συγκρίνονται λόγω του δεσμού τους με αυτόν τον τόπο, η δική μου σχέση μαζί τους είναι ριζικά διαφορετική.

Όταν διαβάζω τον Kατέμπ Γιασίν, αισθάνομαι μια δύναμη να διαπερνά τη σάρκα μου. Είναι συγγραφέας από τον τόπο μου· κυλάει στο αίμα μου. Τον Καμύ τον διαβάζω ως Γάλλο συγγραφέα.

Ο ένας αποτελεί τη ρίζα μου, ο άλλος μια λογοτεχνική γενεαλογία. Ωστόσο, αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον σχετικά με τον Καμύ είναι η υποδοχή του· είναι συναρπαστική, επειδή υπερβαίνει πλήρως το λογοτεχνικό πλαίσιο.

Σε αυτό το μυθιστόρημα, δύο αφηγήσεις βρίσκονται σε διαρκή διάλογο: η προαναφερθείσα μικρο-ιστορία και (ο δικός σου στοχασμός πάνω στην) ιστορία της Μπάγια.

Γιατί επέλεξες να εμβαθύνεις στην ιστορία της; Επειδή αντιπροσωπεύει την «κατάρρευση πριν από τη χαρά»;

Η Μπάγια αποτελεί μορφή αντίστασης μέσα από το χρώμα. Επέλεξα την ιστορία της επειδή για πολύ καιρό παρέμενε εγκλωβισμένη στο αποικιοκρατικό βλέμμα της «ναΐφ» τέχνης.

Για μένα, αντιπροσωπεύει μια χαρά η οποία αρνείται να σβήσει, παρά τις δυσκολίες.

Όσο για το «αντι-αρχείο», αυτό αποτελεί το ίδιο το εγχείρημα της λογοτεχνίας: εκεί όπου το επίσημο αρχείο ταξινομεί, ιεραρχεί και ενίοτε διαγράφει, η λογοτεχνία αφηγείται την ιστορία «από τα κάτω».

Επικεντρώνεται σε λεπτομέρειες οι οποίες μπορεί να φαντάζουν ασήμαντες και αποδίδει φωνή στο προσωπικό και το οικείο, απέναντι στον βρυχηθμό των μεγάλων εθνικών αφηγήσεων.

Ζεις στη Γαλλία τα τελευταία 18 χρόνια. Υπήρξαν στοιχεία του αλγερινού σου «εαυτού» που έπρεπε να αποβάλεις ή να επανεξετάσεις, προκειμένου να μπορέσεις να προσαρμοστείς στη νέα πραγματικότητα;

Η διαμονή μου στη Γαλλία τα τελευταία 18 χρόνια αναπόφευκτα άλλαξε την οπτική μου, αλλά δε θα έλεγα πως χρειάστηκε να «αποβάλω» τον αλγερινό μου εαυτό.

Αντιθέτως, την έχει οξύνει και έχω καταφέρει να αποκτήσω μεγάλη απόσταση. Συχνά νιώθω ότι το Παρίσι είναι το γραφείο μου, ενώ η Αλγερία το εργαστήριό μου.

Γιατί τα γαλλικά είναι η μόνη γλώσσα στην οποία «σκέφτεσαι, ονειρεύεσαι και πλάθεις ιστορίες»;

Τα γαλλικά είναι η γλώσσα στην οποία γράφω. Δεν τα επέλεξα εγώ, αλλά η χρήση τους δε μου προκαλεί δυσκολία: τα αραβικά ήταν η πρώτη μου γλώσσα, μετά τα αντικατέστησαν τα γαλλικά και στη συνέχεια επανήλθαν τα αραβικά.

Πιστεύω πως έχω πλέον συμφιλιωθεί με αυτό το ζήτημα.

Υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης γενοκτονίας των Παλαιστινίων από το ισραηλινό κράτος και της ηθικά αποτρόπαιης συνενοχής των περισσότερων δυτικών ελίτ σε αυτήν, ποιος είναι ο ρόλος -και το μέλλον- της λογοτεχνίας;

Ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να κρατά την ανθρωπότητα σε εγρήγορση. Δεν μπορεί να σταματήσει τις βόμβες, αλλά μπορεί να αποτρέψει τη διαγραφή ονομάτων και προσώπων.

Eίναι να αποτελεί έναν φρουρό, ένα αρχείο ικανό να αψηφήσει τη λήθη και να μαρτυρά, ακούραστα, την ύπαρξη του «άλλου» – ιδίως όταν επιχειρείται να απογυμνωθεί αυτός ο άλλος από κάθε ίχνος ανθρωπιάς.

Συνιστώ ανεπιφύλακτα το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ρασίντ Μπενζίν, Ο άνθρωπος που διάβαζε βιβλία.

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Τα μυθιστορήματα της Καουτέρ Αντιμί Τα πλούτη μας, Με άνεμο κακό και Η εχθρική χαρά κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση των Έφης Κορομηλά (τα δύο πρώτα) και Μυρτούς Ταπεινού, αντίστοιχα.