Ως παιδί σεξεργάτης, ως έφηβος τοξικοεξαρτημένος, κατόπιν βίαιος κακοποιός, σταδιακά πολιτικοποιούμενος στους χώρους της Αριστεράς και της αναρχίας.

Ο λόγος για τον Βρετανό Ντ. Χάντερ, ο οποίος, με εξαιρετική διαύγεια, στοχάζεται πάνω στις εμπειρίες του στο συνταρακτικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια. Συνομιλώντας μαζί του.

Οργισμένο, θρηνητικό, στοχαστικό, διαυγές, ειλικρινές, το αυτοβιογραφικό βιβλίο σου Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια είναι ένα από τα πιο έντονα αναγνώσματα των τελευταίων μηνών. Σκεφτόσουν πολύ καιρό να το γράψεις;

Όχι, μου ήρθε η ιδέα καθώς έκανα νυχτερινές βάρδιες. Γυρνώντας σπίτι ένιωθα βαριεστημάρα, οπότε άρχισα να γράφω.

Ήμουν οργισμένος σχετικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα κοινωνικά κινήματα στη Μεγάλη Βρετανία εκείνη την περίοδο και ταυτόχρονα σκεφτόμουν τι μου είχε συμβεί στο παρελθόν. Ήθελα, λοιπόν, να γράψω γι’ αυτά τα θέματα.

Μετά από μερικούς μήνες μοιράστηκα μερικά από αυτά τα κείμενα μέσω των social media, φίλοι μού πρότειναν να τα περιλάβω σ’ ένα βιβλίο κι έτσι προχώρησα σε μια αυτοέκδοση 20-30 αντιτύπων που εξαντλήθηκαν.

Είχες κάποια συγκεκριμένη δομή στο μυαλό σου;

Όχι, απλώς προσπάθησα να βάλω τα δοκίμια σε μια σειρά, κυρίως από θεματικής άποψης. Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω έναν σύνδεσμο. Δεν ήταν, πάντως, στις προθέσεις μου να κυκλοφορήσω ένα βιβλίο.

Πώς προέκυψε, επομένως; Ακολούθησες απλώς τη ροή όσων πίεζαν να βγουν στην επιφάνεια; Αυτό έδωσε μορφή σε όλο το εγχείρημα;

Έτσι συνέβη, νομίζω. Κάθε δοκίμιο πήγαζε από μια σκέψη ή μια ιστορία από το παρελθόν που ήθελα να μοιραστώ. Ή από κάποια ιδέα στην οποία ήθελα να εμβαθύνω.

Η σταδιακή πολιτικοποίησή σου και η κατοπινή ένταξή σου σε πιο δομημένα σχήματα -ομάδες, συνελεύσεις- ήταν μια αργή διαδικασία, έτσι δεν είναι;

Δεν ξέρω αν η ίδια η διαδικασία ήταν αργή, απλώς οδηγήθηκα σ’ αυτή αργότερα από άλλους, γύρω στα 25-30.

Ήμουν, ωστόσο, πιο εξοπλισμένος να εμπλακώ λόγω των εμπειριών που είχα βιώσει και πρόθυμος να εξετάσω τα πράγματα και να σκεφτώ πιο συλλογικά από κάποιον που είχε διάγει μια περισσότερο εξατομικευμένη ζωή.

Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, απογοητεύτηκες από την κυρίαρχη νοοτροπία εντός των πολιτικών κύκλων και ομάδων της Αριστεράς και του αναρχικού χώρου με τους οποίους συνδέθηκες.

Από νωρίς υπήρχε αυτή η δυσφορία, η οποία εντεινόταν όλο και περισσότερο μέχρι που έγινε γενικευμένη. Αλλά και η κοινωνία με έσπρωχνε πέρα από τα όριά μου. Εξακολουθώ να εμπλέκομαι, ακόμα και σήμερα, αλλά το κάνω πιο προσεκτικά.

Κι έχεις βρει τον τρόπο να είσαι πιο «παραγωγικός» κινηματικά και πολιτικά σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούσες στο παρελθόν.

Σ’ έναν βαθμό, ναι.

Η αναφορά, εξάλλου, στις έννοιες της συλλογικότητας, της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης για κάποιους είναι εύκολα λόγια, ένας τρόπος να χτίσουν μια ατομική βάση.

Έχοντας επίγνωση αυτού καλλιεργώ πιο ρεαλιστικές προσδοκίες από τους ανθρώπους κι έχω πολύ μεγαλύτερη υπομονή. Είμαι επίσης πιο επιλεκτικός σε ό,τι εμπλέκομαι και διασφαλίζω πως αυτό έχει νόημα για μένα κι όχι απλά ρητορικό χαρακτήρα.

Δε μ΄ενδιαφέρει να με βλέπουν να κάνω κάτι.

Η πολιτική δράση δεν είναι χόμπι, ούτε τρόπος να οικοδομήσει κάποιος ένα ριζοσπαστικό ίματζ.

Ακριβώς.

Έχεις περάσει πολλά στη ζωή σου. Και μπορεί να μη βγήκες από αυτά αλώβητος, κατόρθωσες όμως να επιβιώσεις μέχρι τώρα. Όλα όσα υπέστης -αλλά κι εκείνα για τα οποία φέρεις ευθύνη- σε έχουν κάνει πιο αποφασισμένο και συλλογικό;

Υποθέτω ότι ναι.

Πριν από μερικούς μήνες εγκατέλειψα ένα πολιτικό εγχείρημα όπου είχα εμπλακεί επί τρία χρόνια και η τρέχουσα περίοδος είναι η πρώτη κατά την τελευταία εικοσαετία στην οποία δε συμμετέχω σε κάτι.

Γράφω το διδακτορικό μου, οπότε βιώνω μια ατομική διαδικασία μάθησης. Αναζητώ, όμως, κίνητρα για να εμπλακώ σε ένα καινούριο εγχείρημα, ώστε αυτό να με αντιπροσωπεύει αυθεντικά κι όχι να είναι κάτι επιτελεστικό.

Με προσελκύουν οι γνήσιοι λόγοι γι’ αυτή την ενασχόληση, αλλά, ταυτόχρονα, έχω την επιλογή -μετά από πολύ καιρό- να πω: «Όχι, δε θέλω να συμμετάσχω κάπου, θέλω να κάνω τα δικό μου».

Έχω σαρανταρίσει πια, δε θέλω να πιέζω τον εαυτό μου. Δεν έχω τη γαμημένη την ενέργεια γι’ αυτό. Δεν ξέρω αν απάντησα στην ερώτησή σου.

Δεν πρόκειται για μια αυστηρά δομημένη διαδικασία ερωταποκρίσεων, αλλά πιο πολύ μια ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων.

Ευτυχώς!

Υπάρχει όντως είτε μια έλλειψη λογοτεχνίας της εργατικής τάξης είτε πολιτικής ανάλυσης από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, και μια τάση άλλων να μιλάνε για την τάξη αυτή ή -ακόμα χειρότερα- να δρουν εξ ονόματός της.

Έχει τα τελευταία χρόνια αντιστραφεί η συγκεκριμένη τάση στη βρετανική κοινωνία; Αναδεικνύονται περισσότερα δείγματα εργατικής λογοτεχνίας;

Ναι, έχει συντελεστεί κάποια αλλαγή τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια.

Υπάρχει ένα κίνημα από συγγραφείς προερχόμενους από την εργατική τάξη που γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλές, και κατόπιν μέλη του εν μέρει εισέρχονται στο μέινστριμ.

Ταυτόχρονα, κυκλοφορούν πολλά έντυπα εργατικού προσανατολισμού -σε κάποια από τα οποία συμμετέχω κι εγώ-, κι αυτό είναι σημαντικό.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια τάση έκφρασης της ζωής της εργατικής τάξης με αποδέκτη ένα μεσοαστικό αναγνωστικό κοινό, αντί για τη δημιουργία ενός διαλόγου σχετικά με την εργατική τάξη.

Μια «στημένη» αναπαράστασή της ώστε να φανεί ελκυστική σε ένα συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό κι όχι ως αυτή που είναι- είτε κάτι τέτοιο είναι αρεστό είτε όχι.

Παρατηρείται μια τάση αναζήτησης από την πλευρά του μέινστριμ εκδοτικού χώρου χαρακτήρων φτωχών ανθρώπων που τα πάνε καλά και γίνονται καλοί πολίτες.

Κάθε χρόνο κυκλοφορούν δύο ή τρία τέτοιου είδους βιβλία, με τους συγγραφείς τους να παρουσιάζονται ως οι «αυθεντικές φωνές της εργατικής τάξης» τη στιγμή που βρίσκονται πολύ μακριά από αυτή.

Δε θέλω να απορρίψω τα βιώματα των συγγραφέων -της φτώχειας, για παράδειγμα-, αλλά αυτός είναι ένας τρόπος να καταναλωθούν οι ιστορίες τους, ιδίως αν δεν ασκούν ιδιαίτερη κριτική στο ταξικό σύστημα.

Τέτοιες αφηγήσεις τείνουν να εστιάζουν στην ατομική «ιστορία επιτυχίας», γεγονός που αντανακλά τον τρόπο λειτουργίας -και την κυρίαρχη νοοτροπία- του καπιταλισμού.

Κι αν δεν τα καταφέρνεις είναι γιατί δεν προσπαθείς αρκετά σκληρά. Υπάρχουν, λοιπόν, αυτοί κίνδυνοι, αλλά και πολύ καλά δείγματα λογοτεχνίας της εργατικής τάξης.

Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε τη δουλειά του πολύ αγαπητού Αλμπέρτο Προυνέτι, υπεύθυνου για το επίμετρο του βιβλίου σου στην ελληνική έκδοση.

Ενδιαφέρθηκε να το μεταφράσει στα ιταλικά, προσφέρθηκε να το κάνει πολύ ευγενικά, υπήρξε πολύ υποστηρικτικός και οι χαρακτήρες των βιβλίων του είναι πηγαίοι.

Είναι ευτύχημα ου μεταφράστηκε και στα ελληνικά, διευκολύνοντας την επικοινωνία με ευρύτερα κοινά.

Ναι, αν και στην αρχή δε σκέφτηκα πολύ βαθιά σχετικά μ’ αυτό.

Κατά το παρελθόν υπήρξα πολύ «μυωπικός» και καθόλου διεθνιστής στην προσέγγισή μου, δε σκεφτόμουν τι συνέβαινε έξω από μια ακτίνα μερικών χιλιομέτρων πέριξ  της γενέτειράς μου.

Ακόμα κι η παλιά βρετανική εργατική τάξη παρουσιάζει πολλές εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Για να «χτίσεις» μια μια ταξική συνείδηση χρειάζεται να «χτίσεις» μια αμοιβαία κατανοήση αυτού που όλοι και όλες είμαστε.

Σε μια εποχή κατακερματισμού και ανανοηματοδότησης της εργατικής τάξης το να μοιράζεσαι εμπειρίες και να αποκτάς έναν κοινό βηματισμό με τους ομοίους σου είναι ένας τρόπος να δρομολογηθεί η ανατροπή του υπάρχοντος.

Δεν μπορείς να «μετρήσεις» αντικειμενικά το πού βρίσκεται η εργατική τάξη. Αν χρησιμοποιήσουμε μαρξικούς όρους, όποιος πουλά την εργατική του δύναμη, ανήκει σ’ αυτή.

Ταυτόχρονα με την διαφοροποιημένη ιεραρχία αναφορικά με τους φυσικούς πόρους υπάρχει και διαφορετικό ένταση αυτοστοχασμού σχετικά με την ταυτότητά σου.

Κατά τις δεκαετίες του 1980-90 το να είσαι μέλος της εργατικής τάξης στη Μεγάλη Βρετανία αντιμετωπιζόταν υποτιμητικά και δαιμονοποιείτο.

Προσωπικά, έχοντας υπάρξει έγκλειστος, δεν έχω τα ίδια βιώματα από εργατική τάξη με άτομα μαρξιστικών πολιτικών πεποιθήσεων. Γίνεται πολύς λόγος για τις τάξεις στη Μεγάλη Βρετανία, ο οποίος αυτοϋπονομεύεται.

Έχει επιδεινωθεί η κατάσταση για την εργατική τάξη στη Μεγάλη Βρετανία μετά το Brexit;

Σε έναν βαθμό ναι, αλλά η υποχώρηση έχει υπάρξει σταθερή εδώ και πολλά χρόνια: το επίπεδο φτώχειας ανεβαίνει, ο βαθμός κοινωνικού αποκλεισμού αυξάνεται.

Είναι, επομένως, δύσκολο να πω αν αυτό οφείλεται στο Brexit ή αν θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς. Το Brexit «σκότωσε» την κεϋνσιανή θεωρία, το μεταπολεμικό συμβόλαιο ανάμεσα στις τάξεις.

Έχουμε δε τόσο διευρυμένη μεσαία τάξη γιατί αποικίσαμε και εκμεταλλευτήκαμε τον μισό κόσμο. Έτσι αποκτήσαμε το κοινωνικό κράτος που με αργούς ρυθμούς διαλύεται. Tώρα δεν μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τους άλλους τόσο πολύ.

Αν δεν είχες υποστηριχτεί από τους τόσους ανθρώπους ανά τα χρόνια, πιθανόν δε θα είχες επιβιώσει.

Για να επιβιώσω, έπρεπε να βασιστώ σε άλλους ανθρώπους- είτε ήμουν έγκλειστος, είτε άστεγος στους δρόμους. Το να έχω ανθρώπους γύρω μου με έσωσε από τον εαυτό μου σε έναν βαθμό.

Από αυτό το σημείο, από το πόσο νοιαζόμαστε για τους άλλους, ξεκινά η οικοδόμηση του κόσμου που φανταζόμαστε, έξω από νεοφιλελεύθερους τρόπους αλληλεπίδρασης.

Ακόμα και οι πιο προστατευμένοι τριαντάρηδες μεσοαστοί συνδέονται με άλλους ανθρώπους για την επιβίωσή τους, απλώς δεν το ξέρουν. Όλοι εξαρτώμαστε από τους άλλους.

To βιβλίο του Ντ. Χάντερ Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων σε μετάφραση των Έμιλυ Μαγκουρίλου, Γιώργου Μαμώλη και Χρήστου Πάνα.

Παρουσία του συγγραφέα, συζητάμε τη Δευτέρα 23 Μαΐου, 19:30, στο Αυτοδιαχειριζόμενο Πάρκο Ναυαρίνου για την κατάσταση του υποπρολεταριάτου και τη σχέση του με τα κινήματα.