Κυκλοφορεί 6 Δεκεμβρίου από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.
Το 1872 ο Μπακούνιν βρίσκεται στην πόλη πόλη Σεντ-Ιμιέ, στον Ιούρα, στην καρδιά της ελβετικής ωρολογοποιίας, μεταφέροντας τη φλόγα και την ενέργεια της Παρισινής Κομμούνας. Δέκα ντόπιες νεαρές γυναίκες, εργάτριες ωρολογοποιίας που ζουν μια ζωή γεμάτη εκμετάλλευση και φτώχεια, επηρεάζονται από τις ιδέες της ελευθερίας και αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στη Νότια Αμερική για να ξεκινήσουν μια αυτεξούσια ζωή εκεί. Η καθεμία παίρνει μαζί της κι ένα «κρεμμύδι», ένα Λονζίν 20Α.
Στην αρχή όλα είναι δύσκολα: σύντομα μαθαίνουν για τον βίαιο θάνατο των δύο γυναικών που προπορεύτηκαν, της Κολέτ και της ερωμένης της, της Ζιλιέτ. Παρ’ όλα αυτά, οι άλλες οκτώ ξεκινούν το ταξίδι τους. Ταξιδεύουν μ’ ένα πλοίο που μεταφέρει επίσης φυλακισμένους εξόριστους της Κομμούνας και στο οποίο η Εμιλί πεθαίνει πάνω στη γέννα. Οι υπόλοιπες εφτά φτάνουν στην Πούντα Αρένας στην Παταγονία, όπου φτιάχνουν από κοινού ένα αρτοποιείο, τη Γενική Αρτοποιία, καθώς και ένα εργαστήριο ωρολογοποιίας, αψηφώντας την πατριαρχική συμπεριφορά των αποικιακών αξιωματούχων.
Η Βαλεντίν, η τελευταία επιζώσα των «δέκα μικρών αναρχικών», μας διηγείται την ιστορία αυτής της ουτοπίας, αυτό το ξεχωριστό έπος των γυναικών που ενώνονται από μια σφοδρή αγάπη για την ελευθερία, που έχουν επιλέξει να «χαρούν το απρόβλεπτο χωρίς να χάσουν τη δύναμη να εξεγείρονται».
Ο Daniel de Roulet γεννήθηκε το 1944 στη Γενεύη.
Απέκτησε φάκελο και τέθηκε υπό παρακολούθηση από τις ομοσπονδιακές αρχές της Ελβετίας για αρκετά χρόνια, μετά την υπογραφή μιας έκκλησης υπέρ των αντιρρησιών συνείδησης.
Στις 5 Ιανουαρίου 1975, ο Ντανιέλ ντε Ρουλέ έκαψε το σαλέ του Γερμανού μεγιστάνα του Τύπου (και θεωρούμενου ως ναζί) Άξελ Σπρίνγκερ στο Ρουζμόν της Ελβετίας. Ανέλαβε την ευθύνη για τον εμπρησμό στο βιβλίο του Un dimanche à la montagne, που εκδόθηκε το 2006, μετά την παραγραφή του «εγκλήματος».
——————————–
Ακολουθούν τρία αποσπάσματα από το βιβλίο.

Στη διάρκεια της πρώτης του διάλεξης στο καφενείο της Πλατείας, παραμείναμε μαζεμένες στο βάθος, εντυπώναμε κάθε λέξη στο κεφάλι μας. Για τη Βαλεντίν, ήταν λόγια που απευθύνονταν κυρίως στο συναίσθημα. Σύμφωνα με τον μεγαλόσωμο γενειοφόρο, ο εχθρός του ανθρώπινου είδους είναι ο καπιταλιστής που τρέφεται από τη δουλειά του εργάτη, η οποία πουλιέται πολύ φτηνά. Μέχρις εκεί, ήμασταν σύμφωνοι. Ύστερα, έπρεπε να μην εμπιστευόμαστε την εξουσία, έλεγε, ακόμη κι αν την κατέχουν οι αντικαπιταλιστές. Διηγήθηκε ότι στο Λονδίνο, ένας κάποιος Καρλ Μαρξ, που καυχιόταν ότι ήταν σοσιαλιστής, ήθελε να ιδρύσει μια οργάνωση επηρμένων αρχηγών για να κάνει καλύτερα την επανάσταση. Σκόπευε να αντικαταστήσει το δημόσιο συνέδριο των αντιπροσώπων με μια ιδιωτική συνδιάσκεψη που θα αποφάσιζε να πάρει μέρος στις εκλογές· όταν ξέρουμε τι πράγμα είναι οι εκλογές! Στην Ιταλία και την Ισπανία προετοιμάζονταν καταπληκτικά γεγονότα, πλήθη ήταν έτοιμα να ξεσηκωθούν, όχι για να καταλάβουν την εξουσία αλλά για να την καταργήσουν. Ζήτω η κοινωνική επανάσταση, ζήτω η Κομμούνα του Παρισιού!
Προς το καλοκαίρι, ο συντηρητής των δρόμων γνωστοποίησε μέσω της Αντέλ –επονομαζόμενη η κοκκινομάλλα στιλβώτρια, διότι δούλευε σαν στιλβώτρια αξόνων– ότι επαναστάτες από ολόκληρη την Ευρώπη θα οργάνωναν συνέδριο στο Σεντ-Ιμιέ. Για να προετοιμάσει το γεγονός, ο μεγαλόσωμος γενειοφόρος που βλέπαμε στα καφενεία του Σονβιλιέ θα έδινε διαλέξεις, θα εξηγούσε τα διακυβεύματα μιας επανάστασης όχι αποκλειστικά εθνικής, αλλά, όπως είπε ο συντηρητής των δρόμων Μπουρκέν με τη βοήθεια μιας καινούργιας λέξης: διεθνούς. Είχαμε νομίσει κατ’ αρχήν ότι αυτός ο γενειοφόρος ήταν ο Γκαριμπάλντι, αυτός που είχε πολεμήσει στη Νότια Αμερική και στην Ιταλία. Αλλά σύμφωνα με τον συντηρητή των δρόμων, αυτός ο Γκαριμπάλντι ονομαζόταν Μπακούνιν, ο οποίος μάλιστα στην πατρίδα του, τη Ρωσία, ήταν πρίγκιπας.
*
Αργά μέσα στη νύχτα, οι άντρες που νομίζαμε ότι είχαν γυρίσει στα σπίτια τους ήρθαν να κόψουν βόλτες γύρω από τον καταυλισμό μας. Τέσσερις από αυτούς θέλησαν να διευθετήσουν τα πράγματα. Ένας Γερμανός, εξόριστος εδώ από το 1848, ένας Ελβετός από τη Λουκέρνη, του οποίου η γυναίκα πέθανε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ένας από το Φριμπούρ που έψαχνε μια καθολική κι ένας προγραμμένος της Κομμούνας. Όλοι είπαν ότι ο κυβερνήτης τούς είχε υποσχεθεί νέα κορίτσια για να παντρευτούν. Είχαν χαρεί, είχαν ετοιμάσει μια θέση στο κρεβάτι τους. Περίμεναν εδώ και τόσο καιρό…
Τους ξαποστείλαμε. Αλλά η Ζαν, που ο άντρας της είχε πεθάνει σε σιδηροδρομικό δυστύχημα, κουβέντιασε με τον κομμουνάρο, αποτραβήχτηκε μαζί του. Όταν επέστρεψε, ενώ αναγγελλόταν μια μέρα με βρομόκαιρο χωρίς να κοπάζει ο άνεμος, μας είπε πως τα είχε τακτοποιήσει όλα. Ο κομμουνάρος, ο Μπαγιέρ, μας πρόσφερε έναν αχυρώνα με σανό για να εγκατασταθούμε σε μέρος σίγουρο μαζί με τα μπαούλα. Με ποιο αντάλλαγμα; Είπε να την αφήσουμε να τον περιποιηθεί, ότι δεν ήταν κακός.
*
Θα κάναμε έναν συνεταιρισμό στο πρότυπο της Εταιρείας Αρτοποιών του Σεντ-Ιμιέ. Επισκεφθήκαμε λοιπόν τις οικογένειες της περιοχής, για να μάθουμε αν ήταν πρόθυμες να επενδύσουν για να έχουν κάθε μέρα φρέσκο ψωμί, για να μη χρειαστεί ν’ ανάψουν ξανά τον φούρνο τους. Ένα τρίτο των ανθρώπων στους οποίους απευθυνθήκαμε έδειξαν να συμφωνούν για μια δοκιμή, αυτό αρκούσε για να ξεκινήσουμε με μια σαρανταριά οικογένειες. Κατασκευάσαμε έναν φούρνο με όλους τους κανόνες του επαγγέλματος και ένα στεγανό δίτροχο καρότσι με ράφια και το βάψαμε θαλασσί: Panadería universal, Γενικό Αρτοποιείο. Κάθε μέρα πριν από την αυγή, η ζύμη ψηνόταν στον φούρνο που είχε δύο εστίες, ζευόταν το άλογο, παίρναμε στη σειρά τους συνεταίρους. Γύρω στις οκτώ, η γύρα τελειωμένη, πιάναμε μια θέση στη γωνία της πλατείας των Όπλων. Το καρότσι χρησίμευε για κατάστημα μέχρι το μεσημέρι.