Γέννημα-θρέμμα Κολωνού και «μετανάστης» στα Εξάρχεια, ο συγγραφέας και σεναριογράφος Θανάσης Σκρουμπέλος είναι ένας δεινός «ανατόμος» της λαϊκής «ψυχής», των αναγκών και των (μύχιων) πόθων της.

Μια χειμαρρώδης συνομιλία μαζί του, με αφετηρία το πιο πρόσφατο βιβλίο του, Σα μαγεμένο το μυαλό μου, Ιστορίες και εικόνες, ταξίμια της λαϊκής ψυχής.

Είστε γέννημα-θρέμμα Κολωνού, και -διαβάζοντας τα βιβλία σας- αντιλαμβάνομαι πως εξακολουθείτε να τον έχετε στην καρδιά σας, αν και είστε «μετανάστης» στα Εξάρχεια.

Μπορεί να μένω στα Εξάρχεια, αλλά η γειτονιά μου είναι «κάτω», στον Κολωνό. Εδώ, είμαι περαστικός! (Γέλιο).

Τα βιώματα, οι παρέες, οι πρώτες συγκρούσεις στον Κολωνό συνέβησαν, και ως νέο άνθρωπο με «χάραξαν». Οτιδήποτε συνέβη έκτοτε το είχα ήδη ζήσει, και με καλύτερο τρόπο.

Πόσο θεμελιώδης είναι η αλλαγή που έχει συντελεστεί στην γειτονιά σε σχέση με το παρελθόν;

Το εξωτερικό τοπίο έχει αλλάξει πολύ, αλλά το εσωτερικό δεν αλλάζει. Αυτό σε ορίζει.

Που και πού πηγαίνω στο καφενείο του Φεσσάρα -Τό Καφενεῖον εἰς τήν Ἀκαδημίαν Πλάτωνος λέγεται τώρα- βλέπω φίλους -αν και, ένα ένα, τα άτομα της δικιάς μου γενιάς έχουν πια «φύγει»- και επιστρέφω στα Εξάρχεια. Τίποτε άλλο.

Ο Κολωνός ήταν μια γειτονιά με ιδιαιτερότητες. Πρώτα απ’ όλα, δίπλα βρίσκονταν τα περιβόλια της Κολοκυνθούς. Εκεί, ως πιτσιρικάδες, βιώναμε μια ελευθερία τεράστια.

Δεύτερον, παίζαμε μπάλα σε χωράφια δίπλα σε παρατημένες σαρκοφάγους!

Έπειτα, υπήρχε κι ο λόφος με τα μνήματα των δύο αρχαιολόγων, του Καρλ Ότφριντ Μύλλερ και του Σαρλ Λενορμάν. «Εγγράφονται» ως μνήμες στο μυαλό σου όλα αυτά.

Πότε ήρθε η ώρα να μετουσιωθεί σε γραφή όλη η εμπειρία ζωής από τον Κολωνό;

Άργησε.

Κατά την διάρκεια της Χούντας ήμουν στην παρανομία. Υπήρξα από τα ιδρυτικά μέλη του «Ρήγα». Βρισκόμουν σε διαρκές τρέξιμο. Όταν τρέχεις, δε γράφεις. Γράφεις όταν κάτσεις.

Από το 1984-85 και μετά, οπότε και παντρεύτηκα, άρχισα πια να καταλαγιάζω. Αλλάζανε και τα κόζια τα πολιτικά, δε με ενέπνεε η «νέο-γκλαμουριά» την οποία έβαλε το «πράσινο» στην ζωή μας.

Έτσι, σιγά σιγά σιγά αποσύρθηκα και ξεκίνησα να «τρώω» από αυτά που είχα μαζέψει εσωτερικά. Αυτά, επομένως, «βγαίνουν» στο χαρτί.

Ξεκινήσατε από την συγγραφή μυθιστορημάτων ή από την σεναριογραφία;

Σπούδασα κινηματογράφο στο Λονδίνο με υποτροφία της Διεθνούς Αμνηστίας. Η σεναριογραφία, ωστόσο, είναι τεχνική, μια εφαρμοσμένη τέχνη. Δεν μπορούσε να με εκφράσει. Ήταν απλώς το επάγγελμά μου.

Η συγγραφή, από την άλλη, πήγαζε ακριβώς από την ανάγκη που προανέφερα, να βγει όλο το «φόρτωμα» που είχα στο κεφάλι μου και με βασάνιζε.

Έτσι, λοιπόν, προέκυψε το πρώτο μυθιστόρημά μου, το Τα φίδια στον Κολωνό (Ελληνικά Γράμματα, 2006/ Τόπος, 2016).

Μέσω αυτού, ήμουν ο πρώτος που ξαναέβαλε τους λαϊκούς, τους περιθωριακούς ήρωες μέσα στο «παιχνίδι», ενώ η κυρίαρχη κατεύθυνση της εγχώριας μυθιστοριογραφίας ήταν αστική στο απώτερο παρελθόν και μικροαστική από τον Μουρσελά και μετά.

Όχι, όμως, με τρόπο «λαογραφίζοντα» ή επιτηδευμένο.

Ούτε και μοιρολατρικό.

Η δουλειά σας αποπνέει την αίσθηση της βιωμένης μνήμης, της βιωμένης εμπειρίας.

Αν δε βιωθεί μέσα σου η λογοτεχνία, αν δεν πετάξεις τα άχρηστα και δε γίνει η «απόσταξη», ό,τι γράφεις θα είναι πιο κοντά στο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.

Μας φτάνει, όμως, ο χρόνος της ζωής για να παράγουμε λογοτεχνία;

Φτάνει, ανάλογα με την ένταση με την οποία έχεις ζήσει τα γεγονότα. Αν δεν τα έχεις βιώσει έντονα, δε «σπρώχνουν» για να βγουν. Εγώ, πάλι, τα είχα ζήσει πολύ έντονα, κι έτσι συμπυκνώθηκαν γρηγορότερα.

Επί Χούντας, για παράδειγμα, για μια προκήρυξη την είχες «πουτσίσει» κανονικά. Παλιοί σύντροφοι βασανίστηκαν, εξαιτίας του ξύλου έμειναν ανάπηροι σε καροτσάκια. Αυτό δεν πληρώθηκε ποτέ, ούτε έχει ειπωθεί.

Γράφοντας το Τα φίδια στον Κολωνό, που είχαν ταράξει, δεν το έκανα από απόσταση, αλλά από μέσα και από κάτω. Αρχικά, δεν είχα συνειδητοποιήσει τι συμβόλιζαν τα φίδια. Ήταν αυτά που έβλεπαν «από τα κάτω» τι συμβαίνει, έτοιμα να χτυπήσουν.

Ήταν κι ένας τρόπος να αναδείξετε, να αποτίσετε έναν «φόρο τιμής» σε ανθρώπους παραγκωνισμένους από την «επίσημη» Ιστορία;

Ανθρώπους που βρίσκονταν στο σκοτάδι. Οι δικιές σας γενιές δεν έχετε ζήσει την καραμανλική οκταετία.

Επρόκειτο για ένα σκληρό μετεμφυλιακό κράτος που είχε τα δικά του «παιδιά» -πρώην δωσίλογους, πρώην ταγματασφαλίτες, πρώην χωροφύλακες- και ήταν φοβικό απέναντι στον λαό.

Για να απευθυνθείς στον κρατικό μηχανισμό υπήρχαν οι «αιτησιογράφοι», οι οποίοι συμπλήρωναν την αίτησή σου στην καθαρεύουσα. Αυτή η αντιμετώπιση επέβαλε μια αντικρατική συνείδηση στον κόσμο, η οποία διατηρείται μέχρι και σήμερα.

Εμάς, λοιπόν, ως πιτσιρίκια και νέους ανθρώπους, κάθε τρεις και λίγο μας «τράβαγε» η Ασφάλεια για εξακρίβωση εκφοβιστικά, ενώ ήξερε ποιοι ήμασταν.

Όταν, επομένως, γεννιόσουν σ’ αυτές τις γειτονιές, γεννιόσουν ένοχος, γιατί δεν ταίριαζες με τα πρότυπα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Ήσουν το «φίδι» που περίμενε την άνοιξη για να βγει από την χειμερία νάρκη του.

Στα βιβλία σας συνυπάρχουν στοιχεία μυθοπλασίας με μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση/καταγραφή ενός συγκεκριμένου κλίματος.

Βασισμένη, ωστόσο, σε γεγονότα που έχω βιώσει. Ό,τι και να γράψεις, αν δεν έχεις έναν «μπούσουλα», θα χαθείς. Ο «μπούσουλας» που έχω υιοθετήσει είναι η πραγματικότητα, και συνεχώς επιστρέφω σ’ αυτήν.

Όσες σπουδές κι αν έχεις κάνει, αν τις «ξύσεις» λιγάκι βγαίνουν στην επιφάνεια όσα έχεις ζήσει.

Εκτός από το καταστάλαγμα, δεν προϋποτίθεται κι η ύπαρξη ενός ορισμένου ταλέντου, ώστε ένας άνθρωπος να εισέλθει στο πεδίο της γραφής;

Η τέχνη δε σπουδάζεται, ή την έχεις ή δεν την έχεις. Πρόκειται για μια δυνατότητα, μια ικανότητα που την φέρεις από την γέννησή σου.

Προσωπικά, ούτε ιδιαίτερες σπουδές λογοτεχνίας είχα κάνει, ούτε Ιστορία της λογοτεχνίας γνώριζα, αν και ο πατέρας μου διέθετε μια τεράστια βιβλιοθήκη.

Ήμουν, όμως, παραμυθάς πολύ στο δημοτικό. Πρωτοέγραψα όταν ήμουν σε απομόνωση στην Αεροπορία όπου υπηρετούσα.

Για ένα μικρό διάστημα δίδαξα σενάριο στην Σχολή Σταυράκου. Ποτέ δε χάιδευα αυτιά. Τα χαϊδέματα αποβλακώνουν. Αν έχεις «φωτιά» μέσα σου και πίστη στην γραφή, σε οδηγούν εκείνες.

Μου αρέσει ο δυνατός και ζωντανός αμερικανικός και γερμανικός λόγος. Ο Ντος Πάσος, για παράδειγμα.

Είναι όλα σας τα μυθιστορήματα εξίσου προσωπικά; Δεν εννοώ αυτοβιογραφικά.

Ένα βιβλίο γράφεις πάντα, σε πολλές παραλλαγές. Κολωνός, Αριστερά και τσαμπουκάς είναι οι τρεις άξονες των δικών μου βιβλίων.

Και αγάπη.

Η αγάπη είναι το επιστέγασμα των πάντων. Χωρίς αγάπη, θα αποκτηνωνόμασταν, θα σπάζαμε αγάλματα και θα σφάζαμε κόσμο.

Διαβάζοντας, ας πούμε, την Κατίνα Μπέλο (Τόπος, 2021), την ένιωθα κάπου κοντά ή δίπλα: προσιτή και προσβάσιμη, σαν να είχε όντως υπάρξει.

Ο μεγάλος «τσελεμεντές», η Ποιητική τού Αριστοτέλη, είχε εντοπίσει την ικανότητα του θεάτρου -στην εποχή του- να προκαλεί «οικεία ηδονή», να ανακαλεί δηλαδή στην μνήμη σου οικεία βιώματα.

Στο Σα μαγεμένο το μυαλό μου, Ιστορίες και εικόνες, ταξίμια της λαϊκής ψυχής (Τόπος, 2023), το τελευταίο σας βιβλίο, η ζωγραφική, η εικαστική πτυχή, είναι για πρώτη φορά θεμελιώδες συστατικό. Γιατί ειδικά σ’ αυτό;

Είναι ένα βιβλίο-καταστάλαγμα όλων των εμπειριών που σου εξιστορώ. Αναφέρεται και σε λαϊκό, και σε λούμπεν κόσμο, και στην Αριστερά, και σε χαμένους έρωτες.

Όλα αυτά, εκτός από λόγια μετουσιώθηκαν τυχαία και σε έγχρωμες εικόνες, μετά από προτροπή της κόρης μου να συνεισφέρω με μια-δυο εικόνες στο διδακτορικό μιας φίλης της σχετικά με το ρεμπέτικο. Ό,τι, λοιπόν, κρυβόταν μέσα μου, βγήκε και σε χρώμα.

Όταν είδε τις ζωγραφιές ο Άρης Μαραγκόπουλος, μου πρότεινε να τις αναπτύξω σε ιστορίες. Έτσι προέκυψαν οι 19 ιστορίες, οι οποίες δεν αντιπροσωπεύουν τον τίτλο ή το θέμα του κάθε τραγουδιού, αλλά το συναίσθημα το οποίο αποπνέει και εμπνέει το κάθε τραγούδι.

Όλα, όμως, πατάνε σε μια βάση υπαρκτή και σκληρή, την οποία έχω βιώσει, αν και σήμερα μπορεί να φαντάζει μαγική.

Η  Σάρα (σας), στην οποία αφιερώνετε την Κατίνα Μπέλο, είναι υπαρκτό πρόσωπο;

Είναι ένα συμπίλημα προσώπων – εμπεριέχει την μάνα μου και μια φίλη της που ήταν Εβραία.

Στο πλαίσιο της ανάπλασης/μετάπλασης/εμπλουτισμού μιας πραγματικότητας, αφηγηματικής επιλογής που διατρέχει το σύνολο του έργου σας.

Πρόκειται για την ανασύνθεση μιας πραγματικότητας σύμφωνα με το συναίσθημα που σου δημιουργεί η πραγματικότητα. Χωρίς συναίσθημα, οι φιγούρες θα είναι χάρτινες.

Ακούγατε πολύ ρεμπέτικο στα νιάτα σας;

Δεν ήταν πια ακριβώς ρεμπέτικο. Πιο πολύ λαϊκό, «γυφτοσκοποί», ινδικοί σκοποί: Ζιγκουάλα, Μαντουμπάλα. Αυτά ήταν τα ακούσματα της νιότης μου.

Παράλληλα, με τα παιδιά θέλαμε να ξεφύγουμε από τα συγκεκριμένα ακούσματα, κι έτσι στρεφόμασταν στο ροκ της εποχής. Θυμάμαι έντονα τον Bill Haley.

Σε κάθε περίπτωση, τα βιβλία σας διασώζουν -αν όχι αναβιώνουν- μια εποχή.

Ξαναφτιάχνουν σε εικονική πραγματικότητα το χτες. «Ρέουν» σαν ποταμίσιο νερό. Αν τα έγραφα με συνείδηση, μπορεί να έβγαιναν σαχλαμάρες.

Με την πρώτη ανάγνωση αντιλαμβάνεσαι την εικόνα, με την δεύτερη τις λεπτομέρειες, με την τρίτη τους ανθρώπους.

Η εμπλοκή σας με την πολιτική ήταν μια απολύτως συνειδητή επιλογή;

Αρχικά, ήταν επιλογή αντίδρασης. Κατόπιν, υιοθετείς και μια θεωρητική ανάλυση. Όποιος είχε παραπάνω αγωνίες και αναζητήσεις, το «κανάλι» που θα τον βοηθούσε να τις ικανοποιήσει εκείνη την εποχή ήταν η Αριστερά.

Στις μέρες μας, πάντως, τόσο το περιεχόμενο όσο και η μορφή της πολιτικοποίησης μεταβάλλονται και φθίνουν.

Σήμερα, η πολιτικοποίηση φορμάρει, νομίζω, την αντίδραση και τον θυμό. Τότε, φορμάριζε κι έναν πολιτισμό θεσμικά δημοκρατικό, γιατί δεν υπήρχαν δημοκρατικοί θεσμοί. Ενώ, λοιπόν, η Δεξιά κέρδισε στρατιωτικά, από την λύσσα της έχασε πολιτικά.

Το «θηρίο» σήμερα είναι μεγάλο. Τότε, μπορεί να ήταν σκληρό, αλλά ήταν ορατό, χτύπαγε στο σώμα και ο πόνος προκαλούσε αντίδραση. Τώρα, τα Μ.Μ.Ε., τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -όλες αυτές οι παπαριές- δουλεύουν υπόγεια.

Προς το παρόν, συσσωρεύουμε εμπειρίες και «τρώμε» διανοητικές «καρπαζιές» – ένα μικρό κομμάτι της κοινωνίας και σωματικές.

Θα προκύψει το ξέσπασμα, όμως, αρκεί να μην είναι ελεγχόμενο από τους «μεγάλους». Δεν αποκαρδιώνομαι. Το «φίδι» θα ξυπνήσει, και θ’ αρχίσει να δαγκώνει! Θα ξανάρθει η άνοιξη, δεν τελειώνει.

Ευχαριστώ θερμά την Δήμητρα Αρκουμάνη (Εκδόσεις Τόπος) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον συγγραφέα, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως και τον αστείρευτο Θανάση Σκρουμπέλο για την απολαυστική «εξαρχειώτικη» συνομιλία.

Τα περισσότερα βιβλία του Θανάση Σκρουμπέλου κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Τόπος.