Πυκνό και εγκεφαλικό, το «μετακομμουνιστικό» μυθιστόρημα Η Χίμαιρα του Ανθρώπου-Τανκ του Ισπανού Βίκτορ Σόμπρα «περιπλανιέται» στους μαιάνδρους της κινεζικής Ιστορίας και «καταδύεται» στα νερά της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Carnívora πριν από μερικούς μήνες, αποκτώντας στις μέρες μας μια επείγουσα επικαιρότητα. Μια σε βάθος συνομιλία με τον συγγραφέα.

Κατά το παρελθόν έχετε εργαστεί στον τομέα των πωλήσεων, τα τελευταία χρόνια εργάζεστε στον Ο.Η.Ε. και παράλληλα συγγράφετε. Πώς συναντιούνται και αλληλοτροφοδοτούνται αυτοί οι «κόσμοι»;

Οι επιδράσεις ανάμεσα στον εργασιακό χώρο και τη συγγραφή είναι αμφίδρομες και αποφασιστικές, ταυτόχρονα όμως είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια.

Μπορεί κανείς να γράφει για ταξίδια, επειδή έχει ταξιδέψει πολύ ή το αντίστροφο, επειδή θα επιθυμούσε να το έχει κάνει. Ο Κόνραντ και ο Σαλγκάρι μοιάζει να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο.

Υπάρχουν συγγραφείς, όπως ο Έλιοτ και ο Κάφκα, στους οποίους η σχέση μεταξύ επαγγέλματος και συγγραφής δε διακρίνεται εύκολα, ενώ σε άλλους, όπως ο Πρίμο Λέβι, ο δεσμός με το εργαστήριο και τη χημική βιομηχανία ξεφυτρώνει κάθε δυο-τρεις σελίδες.

Προσωπικά, είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι οι σχέσεις εργασίας και συγγραφής είναι αποφασιστικές και προς τις δυο κατευθύνσεις, ότι η συγγραφή κάνει τον Πρίμο Λέβι χημικό και τον Κάφκα υπάλληλο.

Όσον αφορά τη δική μου περίπτωση, αυτό που μπορώ σίγουρα να πω είναι ότι δεν πρόκειται για σχέση ειρηνική.

Ο εργασιακός χώρος μού προσπορίζει τα μέσα για να γράφω, αλλά ταυτοχρόνως πυροδοτεί δυναμικές που περιορίζουν και επηρεάζουν το γράψιμό μου.

Απ’ τη μια μου παρέχει ένα συγκεκριμένο τρόπο παρατήρησης, από την άλλη περιορίζει ή αποτρέπει άλλης λογής βλέμματα.

Κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναπόφευκτο, αλλά πιστεύω ότι το σημαντικό είναι να το αντιλαμβάνεται αυτό κανείς και να είναι ικανός να θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια του την προοπτική.

«Αν υποφέρεις από αϋπνίες, διαβάζεις και γράφεις πολύ, οι ενοχές και τα μυστικά μπορούν να τροφοδοτήσουν τις λογοτεχνικές σου κλίσεις», λέτε. Είναι για σας η λογοτεχνία μια μορφή έκφρασης ενός άγρυπνου, σε διαρκή εγρήγορση νου;

Μου αρέσει η λέξη «αγρύπνια» και η εγγύτητά της με ό,τι μας διώχνει τον ύπνο, αυτό που δεν μπορούμε να πάψουμε να κοιτάμε. Ό,τι διώχνει τον ύπνο είναι συχνά τρομερό. Στο τέλος της τραγωδίας, ο Μάκβεθ αναφωνεί ότι σκότωσε τον ύπνο.

Στην περίπτωσή μου, το γράψιμο έχει κάτι από υπόγεια δραστηριότητα, η οποία προϋποθέτει κάποια απόσυρση και μεγαλώνει εις βάρος άλλων πιο κοινωνικών και ορατών δραστηριοτήτων.

Είναι περισσότερο μια σοφίτα, παρά ένα σαλόνι ή μια βεράντα. Έχει κάτι σεληνιακό και νυκτόβιο, το οποίο παραδόξως επιζητά να ξαγρυπνά, ν’ ανακαλύπτει ό,τι δε φαίνεται με την πρώτη ματιά, ό,τι δεν κραυγάζει.

Θα ήταν κρίμα να κλειστείς στη σοφίτα για να επιβεβαιώνεις ό,τι βλέπεις ή ό,τι λέγεται στο σαλόνι.

Αυτή η δραστηριότητα που κλέβει τον ύπνο και για σύντροφο έχει ένα κοινωνικό στοιχείο για μένα δε σημαίνει να επιδοκιμάζεις ό,τι υπάρχει ούτε να υμνείς την ομορφιά του κόσμου, αλλά να δείχνεις όσα επιτρέπουμε να συμβαίνουν και όσα δεν επιτρέπεται να ξεχνάμε.

Η λέξη «αγρύπνια» μου αρέσει επίσης επειδή προϋποθέτει ένα προηγούμενο όνειρο. Το όνειρο κάποιες φορές είναι αποκαλυπτικό και βάζει μπροστά μας μια έκκληση που μας ξυπνάει.

Αυτός ο συνδυασμός ονείρου/ονειροπόλησης και αγρύπνιας/σύνθεσης μου φαίνεται πολύ κοντινός στο γράψιμο, ακόμα και γραφικά: το μελάνι στο χαρτί είναι η εισβολή της νύχτας στη μέρα, της σκιάς στον τοίχο.

Ο συνδυασμός και των δυο μαζί αποβαίνει ευανάγνωστος.

Πυκνή και εγκεφαλική, Η Χίμαιρα του Ανθρώπου-Τανκ «περιπλανιέται» στους μαιάνδρους της κινεζικής -και όχι μόνο- Ιστορίας και «καταδύεται» στα νερά της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Από πού πηγάζει το ενδιαφέρον σας για την Κίνα;

Ξαναγυρνώντας στην ερώτησή σας για την εγρήγορση, μου φαίνεται ότι η Κίνα προσφέρει καλούς λόγους για αϋπνία.

Διατηρώντας στοιχεία από δυο διαφορετικά πολιτικά συστήματα και δεδομένης της γρήγορης ανάπτυξής της, μοιάζει με τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, ενώ από κάποιες απόψεις θυμίζει ακόμα τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Ο COVID-19 φωτίζει επαρκώς αυτή τη διχοτομία. Οι κινέζικες/κινεζικές αγορές ζωντανών ζώων, τόσο σχετιζόμενες με τον ιό, πάνε χέρι χέρι με την πλέον προηγμένη ιατρική έρευνα για την καταπολέμησή του.

Ας σκεφτούμε λίγο έναν παλιότερο ιό.

Πριν από σαράντα χρόνια, ο ιός του Έιτζ μετατράπηκε σε πανδημία.

Παρότι προερχόταν από την Αφρική, εξαπλώθηκε πρωταρχικά και κύρια στις ΗΠΑ, όπου και ταυτοποιήθηκε κλινικά και όπου οργανώθηκε όχι μόνο η ιατρική απάντηση, αλλά και η κοινωνική συσπείρωση ενάντια στις προκαταλήψεις που προκαλούσε.

Αυτά τα σαράντα χρόνια, ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ και από πολλές απόψεις, αλλά ένα από τα πράγματα που δεν έχουν αλλάξει είναι η προέλευση του αφηγήματος, των αφηγημάτων.

Το 1981 στις ΗΠΑ όπου ταυτοποιήθηκε κλινικά η αρρώστια αναπτύχθηκαν ποικίλες θεωρίες συνωμοσίας, συνδεόμενες με αμερικανικά επιστημονικά δοκίμια.

Έτσι γεννήθηκε το αφήγημα του φόβου προς το διαφορετικό (η διαφορετικότητα ήταν η πραγματική μόλυνση), όπως και το αφήγημα που καλούσε σε αγώνα για να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις.

Η απάντηση -κοινωνική, ιατρική, επιστημονική- ήταν επίσης αμερικανική. Οι ΗΠΑ μας έφεραν την καταιγίδα και τη σανίδα σωτηρίας.

Σήμερα, το σκηνικό του COVID είναι πολύ πιο διευρυμένο, οι προκλήσεις και οι απαντήσεις προέρχονται από διάφορα μέρη.

Εν μέσω αυτής της ποικιλότητας, ξεχωρίζει η Κίνα ως πηγή της πανδημίας αλλά και ως κέντρο πολλαπλών πρωτοβουλιών καθώς και σχετικών ερευνών για την αντιμετώπιση της, όπως επίσης και ως κύριο κέντρο παραγωγής των ιατρικών υλικών που χρειάζονται τα νοσοκομεία παγκοσμίως.

Κατά κάποιο τρόπο, το να λέμε ότι ο COVID είναι ένας κινέζικος ιός υπογραμμίζει την αυξανόμενη επιρροή αυτής της χώρας, μολονότι είναι το ίδιο ανακριβές με το να λέμε ότι το Έιτζ ήταν ένας ιός των ΗΠΑ.

Η Κίνα είναι μια χώρα σε φάση μετάλλαξης και χάρη ίσως στην πολυπλοκότητά της επιδεικνύει τεράστια αποθέματα προσαρμοστικότητας, αναγκαία στη σημερινή κρίση, ξεδιπλώνοντας έναν θεαματικό συνδυασμό τεχνολογίας αιχμής, αγοράς και οικονομικού σχεδιασμού.

Αυτός ο μοναδικός συνδυασμός ετεροειδών στοιχείων αποδείχτηκε αποτελεσματικός απέναντι σε μεγάλες προκλήσεις, όπως η οικονομική κρίση του 2008, το στοίχημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και, ως ένα βαθμό, η αντιμετώπιση της πανδημίας.

Νομίζω ότι η Κίνα θα συνεχίσει να μας κρατάει ξάγρυπνους για πολύ καιρό ακόμα.

Aφετηρία της μυθοπλασίας σας αποτελεί η διάσημη φωτογραφία του άγνωστου μέχρι σήμερα ανθρώπου που σταματά μια φάλαγγα από τανκ μετά την εκκένωση της πλατείας Τιενανμέν το 1989. Τι συνιστούσε, εν τέλει, η «Τιενανμέν»;

Οι διαδηλώσεις στην Τιενανμέν το 1989 ήταν κάτι πολύ πιο πολύπλοκο απ’ αυτό που μας έκαναν να δούμε τα μεγάλα δυτικά Μ.Μ.Ε.

Επρόκειτο για τρεις συνιστώσες που άλλοτε συνενώνονταν και άλλοτε αλληλοεξουδετερώνονταν: απαίτηση για μεγαλύτερη συμμετοχή στο πολιτικό σύστημα, καταγγελία της διαφθοράς, υπεράσπιση της κοινωνικής προστασίας.

Η επιμονή των Μ.Μ.Ε. ότι επρόκειτο για μια διαδήλωση υπέρ της δυτικής δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς είχε ως αποτέλεσμα να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των προασπιστών ενός εμπορικού δεσποτισμού, στηριγμένου στη στρατιωτική καταπίεση.

Μια ψευδο-λύση σε ένα ψευδο-πρόβλημα, η οποία δεν άγγιξε καν τους τρεις πόλους της διαμάχης.

Η συνάντηση του Ανθρώπου και του Τανκ, ένα είδος χορού στον καθρέφτη, όπου κάθε μέρος παίρνει τη θέση του άλλου -τα τανκ φεύγουν από την πλατεία και ο διαβάτης οδεύει προς αυτήν, το τανκ αποφεύγει τον διαβάτη που το καταδιώκει και του κόβει το δρόμο- σκηνογραφεί εξαιρετικά αυτή την ψευδο-λύση.

Η αλλαγή πορείας του καθεστώτος θα καταλήξει να ικανοποιήσει τη Δύση και θα καθαγιαστεί από τα Μ.Μ.Ε. μέσω δυο παράλληλων επιχειρηματολογιών που σχηματίζουν μια χορογραφία μοναδική, όπως ακριβώς ο διαβάτης και το τανκ στη Λεωφόρο της Αιωνίας Ειρήνης.

Πώς γεννήθηκε ο Ντάρι, «ο εξολοθρευτής άγγελος που κραδαίνει στο χέρι το σφυροδρέπανο», ο στρατευμένος ιδεαλιστής κομμουνιστής πράκτορας, εκ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματός σας;

Ο Ντάρι γεννήθηκε στην Ινδονησία και υιοθετήθηκε από ένα ζευγάρι Αυστραλών συνδικαλιστών μετά τη σφαγή των κομμουνιστών εκεί από τον Σουχάρτο το 1965.

Ξεκίνησε να δουλεύει για τον διεθνή τομέα της Στάζι, τον θρυλικό HVA, αμέσως πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και μετατράπηκε αμέσως μετά σε πράκτορα μιας κινέζικης μυστικής υπηρεσίας, της Κάνζε, όπως είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματός μου στο οποίο εξιστορείται το παρελθόν του ήρωα.

Ο Ντάρι είναι ο κομμουνιστής που χάνει το βήμα του στο ρεύμα της Ιστορίας. Είναι μια φιγούρα σφυρηλατημένη την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, τον οποίο ο μετακομμουνισμός πιάνει στον ύπνο.

Υπό αυτή την οπτική, το σάστισμά του δε διαφοροποιείται τόσο από εκείνο του Κόκκινου Ανθρώπου της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς.

Ακόμα κι έτσι, ο Ντάρι παραμένει σε εγρήγορση, αποφασισμένος να εντοπίσει σε διαφορετικά περιβάλλοντα τα χνάρια μιας εξαφανισμένης κοινωνίας και να διερευνήσει τις πενιχρές πιθανότητες να συγκολλήσει τα θραύσματά της.

Α, ναι, αντιγυρίζοντας πάντα όσα χτυπήματα μπορεί.

Κι ο Βάτραχος; Πώς τον συνθέσατε;

Ο Βάτραχος είναι ένας ηγέτης κατά τύχη, ένας Σαρλό που σηκώνει το λάβαρο και χωρίς να το πάρει χαμπάρι γίνεται ο αρχηγός της διαδήλωσης.

Βρίσκεται επίσης στους αντίποδες της εικόνας του ήρωα, όπως προβάλλεται από τη Δύση, ως απολλώνιου και ατομιστικού υποκειμένου το οποίο παίρνει στα χέρια του τα γκέμια της Ιστορίας.

Ο Βάτραχος μάς δείχνει ότι είμαστε χίμαιρες, συντεθειμένες από ανόμοια θραύσματα βιογραφίας, φτιαγμένοι από αναφορές και αντιφατικά μοντέλα, αλλά ότι ακόμα κι έτσι η ζωή προσφέρει συχνά μια δεύτερη ευκαιρία.

Με αναπάντεχο τρόπο, ο Άνθρωπος-Τανκ μπορεί να ξαναπάρει τη θέση του στο σταυροδρόμι της Ιστορίας.

Καταπιάνεστε, επίσης, με την ανάδυση του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Συμμερίζεστε την αποστροφή του Ντάρι ότι όσοι τον ασπάζονται είναι άτομα εξαπατημένα και παραπλανημένα από τους εκμεταλλευτές;

Το μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο στον Τζέικ Μπιλάρντι, ένα ντροπαλό και μελετηρό αγόρι από ένα εργατικό προάστιο της Μελβούρνης που στα δεκαοχτώ του διέσχισε τον μισό κόσμο για να πάει να πολεμήσει για το Χαλιφάτο.

Σκοτώθηκε λίγο αργότερα σε μια επιχείρηση αυτοκτονίας εναντίον μιας ιρακινής στρατιωτικής βάσης. Ο Μπιλάρντι άφησε ένα μπλογκ όπου εξηγεί την απόφασή του.

Πιστεύω ότι η ενθουσιώδης συμμετοχή των νέων στον ισλαμικό αγώνα οφείλεται στη διάλυση των κοινωνικών δεσμών του βιομηχανικού καπιταλισμού (συνδικάτο, εργοστάσιο, κόμμα κ.λπ.), καθώς και στη μοναξιά και την έλλειψη οριζόντων στις μεγαλουπόλεις.

Η αντίθεση αυτών των νέων στο οικονομικό και πολιτικό σύστημα προηγείται της προσέγγισής τους στο Χαλιφάτο. Ο ισλαμισμός είναι περισσότερο μέσο παρά σκοπός του αγώνα.

Η απουσία της Αριστεράς από την καθημερινή πάλη στις γειτονιές επιτρέπει στο Ισλαμικό Κράτος να διασπείρει τις ψευτιές του ανάμεσα στους νέους.

Αλλά και να παρουσιάζεται ως ένας αποτελεσματικός τρόπος για να πολεμήσουν εναντίον ενός συστήματος που τους καταπιέζει στο σπίτι και πυροδοτεί στρατιωτικές επιθέσεις στο εξωτερικό προκειμένου να εξασφαλίσει ενεργειακούς πόρους.

Απόδειξη αυτής της τακτικής προσκόλλησης στο Χαλιφάτο είναι η επιχειρηματολογική ένδεια που επιδεικνύουν οι νέοι οι οποίοι το στηρίζουν, όπως και η ευκολία με την οποία παύουν να το κάνουν όταν το Ισλαμικό Κράτος βρίσκεται σε φάση συρρίκνωσης.

Ο ραγδαία εξαπλούμενος παγκοσμίως κορονοϊός γεννήθηκε στα «σπλάχνα» του κινέζικου κρατικού καπιταλισμού. Θα ήταν απλουστευτικό να υποστηριχτεί ότι ο πιο δολοφονικός «ιός» είναι, τελικά, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής;

Στην Πανούκλα, ο Καμύ χάραξε γραμμές που επιτρέπουν να συγκρίνουμε την επιδημία με τον Φασισμό.

Η δική μας επιδημία εξαπλώνεται επίσης υποβοηθούμενη από τον φόβο και την αδιαφορία.

Διαιρεί τους πολίτες, επιβάλλοντάς τους μια κοινωνική απόσταση που μυρίζει νεοφιλελεύθερο μοντέλο, ενώ αποδυναμώνει τους πιο ισχυρούς δεσμούς, διαχωρίζοντας τις γενιές και απαγορεύοντας θεμελιώδεις συμπεριφορές αλληλεγγύης, όπως το να επισκέπτεσαι τους αρρώστους και να τιμάς τους νεκρούς.

Από την άλλη, το πέρασμα του κορονοϊού στο ανθρώπινο είδος έχει άμεση σχέση με την οικοκτονία. η οποία είναι εγγενής στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Η υποχώρηση των φυσικών βιότοπων επιβάλλει στα άγρια ζώα έναν ενοχλητικό συγχρωτισμό με το ανθρώπινο είδος και τα μετατρέπει σε αντικείμενα παράνομου εμπορίου, προορισμένου να ικανοποιεί τα ανθρώπινα καταναλωτικά καπρίτσια.

Από την άποψη αυτή, δεν είναι παράλογο να θεωρήσουμε τον νέο ιό έναν επίγονο της αρπακτικής και χρησιμοθηρικής σχέσης με τη φύση, η οποία συνδέεται άμεσα με το καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής.

Σε αυτούς τους πολλαπλώς δυστοπικούς καιρούς, είναι ένας αποκαθαρμένος από τις στρεβλώσεις του παρελθόντος (του) κομμουνισμός -προσωπικά θα πρόσθετα και την αναρχία- μια χίμαιρα ή μια επιτακτική αναγκαιότητα;

Ο πρώτος μου εκδότης, τον οποίο επίσης θεωρώ δάσκαλό μου, ο Κονσταντίνο Μπέρτολα, χαρακτήρισε αυτό το μυθιστόρημα ως μετακομμουνιστικό.

Αυτό το οποίο επιχειρείται είναι μια σύνδεση ανάμεσα σε διάφορες προκλήσεις της εποχής μας, ωστόσο αυτός ο οριζόντιος επιφανειακά ιστός δρα εκ παραλλήλου με το κάθετο ιστορικό στημόνι.

Η πτώση του κομμουνισμού τη δεκαετία του ’80 πραγματοποιήθηκε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.

Ολοκλήρωσε με τρόπο θεαματικό και απότομο τη συντριβή ενός συστήματος αξιών με κοινωνικοπολιτική νομιμότητα, το οποίο επί δεκαετίες είχε χρησιμεύσει ως αντίβαρο στον καπιταλισμό.

Έκτοτε απέκτησε νέα ώθηση ένας άκρατος οικονομικός φιλελευθερισμός, ο οποίος, έχοντας όλο και περισσότερο συναίσθηση της απουσίας φραγμών, προωθεί το αντίστοιχο αφήγημα της κατανάλωσης δίχως κόμπλεξ σε μια κοινωνία αυξανόμενων διακρίσεων.

Έχουμε επίσης την ανάδυση του τζιχαντισμού ως μιας νέας πλανητικής δύναμης, η οποία μετά τις νίκες στον Πόλεμο του Αφγανιστάν προσπάθησε να προπαγανδίσει στα Μ.Μ.Ε. τον θρησκευτικό φανατισμό.

Τέλος, η ανατολή του εθνικισμού επιβεβαιώθηκε θεαματικά με τον κατακερματισμό της Σοβιετικής Ένωσης, και τη μεταφορά, κατόπιν, των αποσχιστικών κηρυγμάτων σε άλλες γωνιές του κόσμου.

Νομίζω ότι αυτές οι δυναμικές πασχίζουν να καταλάβουν το κενό που άφησε πίσω της η αιφνίδια εξαφάνιση ενός οργανισμού δομημένου πάνω σε συγκεκριμένες πολιτιστικές, ηθικές και πολιτικές αναφορές.

Το ουσιώδες ερώτημα επομένως είναι: πού βρίσκεται το πτώμα του κομμουνισμού; Πού θάψαμε το όνειρο ενός ανθρώπινου είδους που κατορθώνει να διασώσει τον εαυτό του;

Η εξαφάνισή του ήταν τόσο αιφνίδια, αναγκαστήκαμε να ετοιμάσουμε τόσο βιαστικά τους εορτασμούς της ήττας του, που δεν ξέρουμε πια πού το θάψαμε. Έχουμε την επιστροφή του ως ζόμπι ή ως φάντασμα.

Όλο και πιο πολλοί πιστεύουν ότι δεν είναι νεκρό. Πού να το αναζητήσεις, όμως;

Προτιμώ την εικόνα του ναυαγίου από εκείνην του τέλους της Ιστορίας. Όταν βυθίζεται ένα πλοίο, φαίνεται σαν να τέλειωσαν όλα, ύστερα από λίγες μέρες, όμως, η θάλασσα αρχίζει να επιστρέφει τα συντρίμμια.

Πολλά απ’ αυτά δεν τα αναγνωρίζουμε, ενώ άλλα δεν ξέρουμε πώς να χρησιμοποιήσουμε εκ νέου.

Το μόνο που κάνουμε είναι να περπατάμε στην παραλία, να μαζεύουμε ό,τι ξεβράστηκε, να το στριφογυρίζουμε στα χέρια μας, προσπαθώντας να βρούμε τρόπο να το χρησιμοποιήσουμε πάλι. Να το προσαρμόσουμε σε νέα σχήματα.

Αυτοί οι συνδυασμοί μπορεί να αποβούν χιμαιρικοί, ανοίγουν ωστόσο προοπτικές για νέες χρήσεις και εναλλακτικές λειτουργίες. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το ναυάγιο, ούτε και το γεγονός ότι στο καινούργιο περιβάλλον οι ανάγκες είναι διαφορετικές.

Όμως, σε ένα κομμάτι του τιμονιού, σε ένα θραύσμα της καρίνας, βρίσκεται η υπόσχεση για έναν καινούργιο απόπλου.

Τελικά, μπορούν οι καταπιεσμένοι να ξαναγράψουν την Ιστορία, όταν η εξουσία, ανεξάρτητα από το πώς αυτοπροσδιορίζεται τοπικά, κατέχει τα μέσα και τους τρόπους επιβολής μιας κυρίαρχης ερμηνείας της Ιστορίας-της δικιάς της;

Όχι, όχι, δε νομίζω ότι οι καταπιεσμένοι, όσο είναι καταπιεσμένοι, μπορούν να ξαναγράψουν την Ιστορία. Μπορούν όμως ν’ αφήσουν ίχνη, δείχνοντας τα μονοπάτια της χειραφέτησης.

Αυτά τα σημάδια μου φαίνονται ιδιαιτέρως αναγκαία εκεί όπου εξαπλώνονται οι μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες, επιβάλλοντας τη διάρρηξη των κοινωνικών δεσμών και την αλόγιστη συσσώρευση πολυεθνικού οικονομικού κεφαλαίου, εις βάρος του τοπικού κοινωνικοοικονομικού ιστού.

Η συμμαχία των λαϊκών δυνάμεων -συνδικάτων, οργανώσεων γειτόνων ή καταναλωτών, οικολογικών και φεμινιστικών κινημάτων, πανεπιστημίων, κοπερατίβων, μικρών βιομηχανικών μονάδων- δεν μπορεί να ακυρώσει από μόνη της τον τεχνολογικό καπιταλισμό, μπορεί ωστόσο να κερδίσει χρόνο και να περιορίσει την εξάπλωσή του.

Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να σπάσουμε τα τεχνολογικά μάγια που μας προσφέρουν τη θέση του χρήστη, ώστε μπορούν να μας χρησιμοποιούν και ν’ αρχίσουμε να μαζεύουμε δυνάμεις για έναν συλλογικό και δημοκρατικό προγραμματισμό.

Η χίμαιρα, στη διττή της νοηματοδότηση, είναι προϊόν της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Ποια είναι δική σας σχέση τόσο με την αρχαιοελληνική μυθολογία όσο και και με τη σύγχρονη Ελλάδα σε όλες τις εκφάνσεις της;

Η οπτική μου όσον αφορά την αρχαιοελληνική μυθολογία, βασισμένη σε επιπόλαια διαβάσματα, συνδυάζει τη συγκίνηση της ανάμνησης με τη εξερεύνηση του μέλλοντος.

Ο τρόπος που προβάλλω τη μυθολογία πάνω σε διαφορετικά γεγονότα της σύγχρονης πραγματικότητας δεν είναι ιδιαιτέρως ορθόδοξος και στερείται ιστορικής εγκυρότητας.

Μπορεί, ωστόσο, να ιδωθεί ως μια απόδειξη της ισχύος της σε προσωπικό επίπεδο και της επίδρασής της πάνω στις ιδέες και τις συμπεριφορές μας.

Ο μύθος της Περσεφόνης, για παράδειγμα, προσφέρεται για τολμηρές προεκτάσεις όσον αφορά τις σχέσεις Επιστήμης και Λογοτεχνίας.

Περιπλανώμενη στην εξοχή, η Περσεφόνη ανακαλύπτει ατέλειωτες δυνατότητες, οι οποίες συγκεκριμενοποιούνται με την αρπαγή από τον Άδη.

Μια επιστημονική διαφυγή από τη μυθοπλασία, μια από τις πάμπολλες πιθανότητες που επεξεργάζεται η κοινωνική αφήγηση συγκεκριμενοποιείται σε φόρμουλες και δεδομένα, φωτισμένα από το εργαστήριο του Κάτω Κόσμου (ο Άδης είναι ένα τροποποιημένο περιβάλλον προορισμένο να τηρεί κάποιες παραμέτρους).

Πρόκειται για τη στιγμή που η Επιστήμη παίρνει το προβάδισμα, ενώ η Λογοτεχνία, με τη μορφή της πονεμένης μάνας, της Δήμητρας, βγαίνει να την ψάξει.

Καταλήγει να τη φέρει πίσω πάλι στην επιφάνεια, στην κοινότητα, σε μια κίνηση αναζήτησης και ανάκτησης της Eπιστήμης, η οποία μεταφράζει την αφομοίωση της επιστημονικής διαδικασίας σε καλλιτεχνική καινοτομία.

Δε χωρά φυσικά αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος μύθος εντάσσεται παραδοσιακά στον αγροτικό κύκλο:

Η απαγωγή και ο εγκλεισμός της Περσεφόνης υπό τη γη οδηγεί στην ερήμωση των χειμωνιάτικων αγρών, που ξαναζωντανεύουν και μας δίνουν τους καρπούς τους μόλις η μάνα σώζει την κόρη.

Θα μπορούσε, όμως, κάλλιστα να συσχετιστεί με την ανατροφοδότηση μεταξύ «πόλεως» και εργαστηρίου.

Στην παραδοσιακή ερμηνεία, καθορίζεται η ίδια και απαράλλαχτη έκτοτε ακολουθία των εποχών, σύμφωνα όμως με την ανάγνωση του επιστημονικού κύκλου, επιτυγχάνεται μια επανασύνδεση αυξητική, ακολουθώντας διαφορετικό μαθηματικό μοντέλο σε κάθε ανθοφορία.

Φέτος, αν η πανδημία το επιτρέψει, θα δημοσιευθεί στην Ισπανία το Δωμάτιο ήττας, μια συλλογή του είδους που ο Ιγνάθιο Ετσεβαρία ονομάζει «αφηγηματικό δοκίμιο».

Με άλλα λόγια πρόκειται για στοχασμούς που αναμειγνύουν μυθοπλασία και λογοτεχνία, ξαναπιάνοντας θέματα όπως η κρίση της υγείας και της κατοικίας, η ηγεμονία της ψηφιακής πλατφόρμας, η σχέση ανάμεσα στην κυβερνητική και τη ρομποτική, κ.λπ.

Η Ελλάδα αποτελεί υπόδειγμα αξιοπρέπειας και πηγή διαρκούς έμπνευσης.

Είναι εκπληκτική η ικανότητα αντίστασης και αλληλεγγύης ενός λαού που όχι πολύ καιρό πριν υπέστη τις τρομακτικές στρατιωτικές επιθέσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα τη χούντα των Συνταγματαρχών, για να βρεθεί σήμερα εκτεθειμένος στην καταιγίδα της οικονομικής και της μεταναστευτικής κρίσης, χωρίς να δεχτεί οποιαδήποτε στήριξη ή βοήθεια από τους ευρωπαίους εταίρους.

Ο ίδιος ελληνικός λαός που προστάτευσε τη Σεφαρδίτικη κοινότητα κατά τη διάρκεια των φριχτών ναζιστικών διωγμών καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει, μόνος του ουσιαστικά, την πρόκληση εξεύρεσης καταφυγίου στους κατατρεγμένους από τους πολέμους της Μέσης Ανατολής.

Η ευφυΐα είναι άλλη μια παραδοσιακή ελληνική ιδιότητα.

Αυτό το αποδεικνύουν στην πράξη πρωτοβουλίες τόσο εντυπωσιακές, όπως αυτή των Εκδόσεων Carnívora, υλοποιημένη μόνο από γυναίκες, η δουλειά των οποίων, τονίζοντας τη μοναδικότητα του βιβλίου, τόσο ως αντικείμενο όσο και ως αφήγημα, συνιστά πραγματική δήλωση ενάντια στην αυξανόμενη ομοιομορφία της οθόνης.

Ευχαριστώ θερμά την Ασπασία Καμπύλη, την «ατμομηχανή» των Εκδόσεων Carnívora, για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων του συγγραφέα στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα του Βίκτορ Σόμπρα Η Xίμαιρα του Aνθρώπου-Tανκ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση Ασπασίας Καμπύλη και πρόλογο Νίκου Πρατσίνη.