του Ερβίν Σέχου *

Μια σύντομη ιστορία σε πρώτο πρόσωπο από τον γράφοντα

Το τέλος του 2000 ήταν μια περίοδος στη διάρκεια της οποίας δεν μπορούσα να συμπληρώσω τον συγκεκριμένο αριθμό ενσήμων για να ανανεώσω την άδεια παραμονής μου. Έτσι, πήραμε από κοινού με τη συντρόφισσά μου την απόφαση να προχωρήσουμε σε πολιτικό γάμο, προκειμένου να μετατραπεί η κατηγορία της άδειας παραμονής μου από αυτήν της εξαρτημένης εργασίας σε αυτήν του συζύγου Έλληνα πολίτη. Αποτελούσε απλούστερη διαδικασία επειδή στην περίπτωση αυτή η διοίκηση δεν απαιτούσε τη συγκέντρωση ορισμένου αριθμού ενσήμων ή βεβαιώσεων εργοδότη ή άλλων εγγράφων, που ως αποδεικτικά συνεχούς παρουσίας στην αγορά εργασίας άνοιγαν τον δρόμο για την ανανέωση της άδειας παραμονής. Ωστόσο οι μετανάστες/στριες που έμπαιναν σε αυτό το καθεστώς έπρεπε να περάσουν από τη διαδικασία της συνέντευξης σε μια τριμελή επιτροπή, για να αποδείξουν ότι ο γάμος τους είναι σε ισχύ. Και οι δύο σύζυγοι όφειλαν να παρουσιαστούν ενώπιόν της. Ωστόσο την ημέρα που περάσαμε το κατώφλι της αίθουσας και βρεθήκαμε απέναντι στην επιτροπή νιώθαμε και οι δύο άβολα, καθώς το περιβάλλον ήταν ψυχρό και έμοιαζε πιο πολύ με εξεταστικό κέντρο: απέναντι βρισκόταν το εξεταστικό σώμα και σε απόσταση επτά με οκτώ μέτρα εμείς, καθισμένοι σε δύο καρέκλες. Η αμηχανία μας μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν από τις ερωτήσεις των υπαλλήλων αρχίσαμε να αποκομίζουμε μάλλον την αίσθηση μιας ανάκρισης. Για την ακρίβεια, ερωτήματα του τύπου «πόσο καιρό είστε μαζί», «πού και πότε γνωριστήκατε», ερωτήματα για τα οποία δίναμε απαντήσεις σε διαφορετικού τύπου σχεσιακά περιβάλλοντα, όπως για παράδειγμα σε φίλους, μας γείωσαν στην πραγματικότητα: σκεφτήκαμε ότι ήταν θεμιτό για την επιτροπή να εισχωρήσει βαθιά στην προσωπική ζωή κάποιου ατόμου για να εκτιμήσει την εγκυρότητα των προφορικά δηλωθέντων στοιχείων, δηλαδή για να διακρίνει αν ο γάμος είναι «ψεύτικος» ή «αληθινός».

Εδάφη αφηγήσεων

Την παραπάνω προσωπική εμπειρία σχεδόν μετά από χρόνια την είχα ξεχάσει τελείως, ως ότου κάποια στιγμή ήρθα σε επαφή με αιτούντες άσυλο1 που είχαν φτάσει πρόσφατα στην Ελλάδα. Ήρθα κοντά στις ανησυχίες και στους προβληματισμούς που τους συνοδεύουν καθημερινά, ανησυχίες και έγνοιες που συνδέονται άμεσα με το ζήτημα της διαδικασίας της συνέντευξης, την ώρα δηλαδή που αφηγούνται στις επιτροπές ασύλου τα προσωπικά τους βιώματα και τις εμπειρίες του μακρινού και κοντινού παρελθόντος. Είναι αναντίρρητη και χωρίς καμία δόση υπερβολής η διαπίστωση ότι η μορφή και ο τρόπος, η θετική ή αρνητική έκβαση της αφήγησης καθορίζουν τα μετέπειτα βήματα της ζωής αυτών των ανθρώπων.

Το ενδιαφέρον μου να μελετήσω τη διαδικασία χορήγησης ασύλου, αυτήν τη φορά εστιάζοντας στο κομμάτι της συνέντευξης που στο επίκεντρό της θέτει την αφήγηση των αιτούντων άσυλο μπροστά στις επιτροπές ασύλου, ξεκίνησε ύστερα από κάποιες στενές επαφές και σχέσεις που είχα αναπτύξει με τους ίδιους σε όλη σχεδόν την επτάμηνη διάρκεια της παραμονής μου στο νησί της Σάμου, στην πόλη Βαθύ. Βέβαια ακολούθησε και μια δεύτερη φάση, όταν επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισα να ενισχύω και να καλλιεργώ τις σχέσεις μαζί τους σε μία από τις καταλήψεις προσφύγων και μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας. Στη Σάμο, όπως και στην Αθήνα, οι βασικές μου επαφές ήταν κυρίως άνθρωποι που είχαν έρθει από το Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Δεδομένης της διάθεσης και της ανάγκης μου να κατανοήσω σε βάθος τα βιώματά τους σε αυτή τη διαδικασία, έγινα «ευπρόσδεκτος» στις παρέες τους, κι έτσι γεφυρώθηκε ακόμα περισσότερο το χάσμα που υπήρχε ανάμεσά μας, ανάμεσα σε έναν ντόπιο και σε έναν ξένο ή, καλύτερα, ανάμεσα σε έναν παλαιό μετανάστη με χαρτιά και έναν νεοεισερχόμενο αιτούντα άσυλο χωρίς χαρτιά. Η επικοινωνία μας γινόταν κυρίως στα αγγλικά, ωστόσο κάποιοι προσπαθούσαν να εξοικειωθούν με την ελληνική γλώσσα τους μήνες που παρέμειναν στο νησί (αργότερα διαπίστωσα ότι συνέβαινε το ίδιο και στον κατειλημμένο χώρο στην Αθήνα).

Η αλληλένδετη σχέση αφήγησης και εγγράφων μέσα στη διαδικασία της συνέντευξης

Με το ζήτημα της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, τις πολιτικές και θεσμικές ρυθμίσεις που σχετίζονται με τους αιτούντες/ούσες άσυλο και κυρίως με το πνεύμα που χαρακτηρίζει το κείμενο της απόφασης, έχω ασχοληθεί σε προηγούμενο άρθρο2 αναδεικνύοντας τις διαστάσεις της πολιτικής διαχείρισης του ζητήματος. Ωστόσο εδώ θα ήθελα να στρέψω τον ερευνητικό φακό στο ίδιο μεν ζήτημα, αλλά δίνοντας αλλού το μεγαλύτερο βάρος.

Δύο είναι τα βασικά ζητούμενα που απασχολούν αυτό το κείμενο. Το πρώτο αφορά το πώς κατασκευάζεται η εικόνα του αιτούντος άσυλο μέσα από τη διαδικασία της συνέντευξης, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η έννοια της αφήγησης και η πολύπλοκη σχέση που αναπτύσσεται στη διάρκειά της μεταξύ του αιτούντος/σας άσυλο με τον/την χειρίστρια της υπόθεσης (αυτό φυσικά απαιτεί και συνέντευξη με τους υπαλλήλους). Το δεύτερο είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο βιώνουν τη συνέντευξη οι αιτούντες/σες άσυλο, των συναισθημάτων που διαπερνούν την ύπαρξή τους κατά τη διεξαγωγή της, του βαθμού προετοιμασίας τους, της έγνοιας που τους συνοδεύει αλλά και των σκέψεων που εν τέλει κάνουν για την όλη διαδικασία.

Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους συζήτησα στο νησί (αλλά και στην Αθήνα) μου εξέφρασαν συναισθήματα που σχετίζονται με τη δυσπιστία που εισπράττουν από την Υπηρεσία Ασύλου, δυσπιστία ως προς την «αλήθεια» της αφήγησής τους στη διάρκεια της συνέντευξης. Ακόμα ηχούν και επιδρούν στην ύπαρξή μου τα λόγια τους: «αυτοί δεν μας πιστεύουν…», «είχαμε πάει σε δικηγόρους που μας λέγανε πώς να συμπεριφερθούμε και πώς να υπερασπίζουμε την ώρα της συνέντευξης τα λεγόμενά μας…». Από την Υπηρεσία Ασύλου, που τους επέδιδε τη δευτεροβάθμια απορριπτική απόφαση, τους ενημέρωναν με την παρακάτω διατύπωση: «μέσα σε δύο μήνες μπορείς να ακυρώσεις την απόφαση στο δικαστήριο, αλλιώς είσαι υποχρεωμένος να γυρίσεις στην χώρα σου». Μέσα από τα λόγια αυτά διαφαίνεται ότι οι αιτούντες/ούσες άσυλο βιώνουν έντονα την εμπειρία της συνέντευξης, γεγονός που τους συνοδεύει σε όλη τη διάρκεια της αναμονής τους για την απόφαση της επιτροπής.

Στις συνθήκες που βρίσκονται θα πρέπει να τονιστεί ότι υπάρχουν βασικές διαφορές (στις οποίες γίνεται αναφορά παρακάτω) μεταξύ των εγκλωβισμένων στα νησιά και των αιτούντων/ουσών άσυλο που κατάφεραν να φτάσουν την ενδοχώρα. Ήδη το προσφυγικό, στους μήνες που ήμουν στην Σάμο, είχε περάσει σε μια νέα φάση μετά τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας. Μετά από αυτήν τη φάση, που χαρακτηριζόταν από μείωση των ροών, ενισχύθηκαν και καθιερώθηκαν πολιτικές για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου, καθώς όσοι άνθρωποι εγκλωβίστηκαν στα νησιά θεωρούνταν αιτούντες/ούσες άσυλο. Η καθιέρωση του γεωγραφικού περιορισμού υποχρέωσε τους ανθρώπους να βρίσκονται εκεί σε συνθήκες εγκλωβισμού, ενώ δόθηκε έναυσμα και σε ένα πλαίσιο ανθρωπιστικής παρέμβασης εστιασμένο τόσο στην εγκατάσταση όσο και σε διάφορες άλλες υπηρεσίες σχετικές με την υποστήριξη και την προστασία.3 Σε ό, τι αφορά την παροχή υπηρεσιών από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, την προετοιμασία τους για τη συνέντευξη ή το επίπεδο της οργάνωσης των δικών τους προσπαθειών για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, οι πρακτικές μεταξύ των αιτούντων/σών άσυλο στο νησί –και πιο συγκεκριμένα όσων διέμεναν στο hotspot– και εκείνων που βρίσκονταν στην ενδοχώρα διέφεραν. Για παράδειγμα, οι αιτούντες/ούσες άσυλο στη Σάμο βρίσκονταν σε αναμονή, εγκλωβισμένοι/ες στο νησί και στο «κέντρο φιλοξενίας», κάτω από τον έλεγχο του ανθρωπιστικού μηχανισμού που διέπεται από τη λογική της ευαλωτότητας των υποκειμένων και της φροντίδας (relief), ενός βιοπολιτικού ανθρωπιστικού προγράμματος, όπου εκείνο που προέχει είναι η πολύμορφη δράση με γνώμονα τον έλεγχο, τη φροντίδα και την εκπαίδευση.4 Σε αυτήν τη συνθήκη για τους/τις αιτούντες/ούσες άσυλο οι νομικές συμβουλές και η υποστήριξη ήταν βασικές υπηρεσίες για την προετοιμασία τους σχετικά με τη διαδικασία της συνέντευξης. Οι επιλογές ωστόσο χορήγησης νομικής υποστήριξης ήταν ελάχιστες, καθώς δεν διέθεταν όλες οι οργανώσεις νομικές υπηρεσίες. Ακόμη και όταν είχαν αναλάβει δικηγόροι όλους τους/τις αιτούντες/ούσες άσυλο, ήταν τέτοιος ο αριθμός τους ώστε εύλογα δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με επιμέλεια και αποτελεσματικά. Αντίθετα στην ενδοχώρα (Αθήνα) υπήρχε δυνατότητα επιλογής, αλλά σε πολλές περιπτώσεις, όπως μου ανέφεραν οι ίδιοι, δεν είχαν την ανάγκη να έρθουν σε επαφή με κάποια νομική Υπηρεσία καθώς ήξεραν «πώς λειτουργεί το σύστημα». Επίσης η δικτύωση των ανθρώπων (κυρίως από το Αφγανιστάν) με την υφιστάμενη μεταναστευτική κοινότητα διευκόλυνε την πρόσβασή τους στη συνέντευξη πρώτου βαθμού, μιας και η κοινότητα μεσολαβούσε για το κλείσιμο των ραντεβού μέσω skype. Οι αιτούντες/ούσες άσυλο στην Αθήνα είχαν την δυνατότητα να βρουν εργασία παράτυπα, και επιπλέον στην περίπτωση αυτή ο ίδιος ο τόπος παραμονής τους έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρώσουν κάποια χρήματα για τυχόν προσφυγή στο δικαστήριο – σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης σε δεύτερο βαθμό. Ένας άλλος παράγοντας, σχετικός με τη διαδικασία χορήγησης ασύλου, είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας ως ένα από τα στοιχεία εκείνα που ενισχύουν τη δική τους θέση και εικόνα απέναντι στον/στην χειριστή/χειρίστρια της Υπηρεσίας Ασύλου. Με άλλα λόγια, θεωρούν ότι αποτελεί ένα καλό εργαλείο προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θετική απόφανση της διοίκησης σχετικά με το αίτημα, καθώς σύμφωνα με την εμπειρία τους έχει σημασία να δείξουν στην Υπηρεσία ή στην Επιτροπή Προσφυγών σε δεύτερο βαθμό (που εξετάζει την υπόθεση κατά κανόνα από έγγραφα) ότι είναι κατά κάποιο τρόπο ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία. Στο θέμα πάλι της συγκέντρωσης εγγράφων οι αιτούντες/ούσες άσυλο είχαν περιορισμένες δυνατότητες στο νησί σε σύγκριση με την Αθήνα, επειδή στη δεύτερη περίπτωση είχαν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με συγγενείς ή φίλους που ήδη διέμεναν στην πρωτεύουσα· τα συγγενικά και πολιτισμικά δίκτυα μπορούν πάντα να διευκολύνουν τη συγκέντρωση εγγράφων – πολύπλοκη και με γραφειοκρατικού τύπου δυσκολίες. Η μετάφραση των εγγράφων από επίσημα μεταφραστικά γραφεία είναι εφικτή, παρ’ όλο που υποτίθεται ότι δεν απαιτείται κάτι τέτοιο εφόσον την αναλαμβάνει ο διερμηνέας της Υπηρεσίας Ασύλου. Ωστόσο για τους ίδιους αποτελεί μια «υποχρέωση» που πηγάζει ίσως από την ανάγκη τους τυπικότητα απέναντι στην Υπηρεσία αλλά και από την έντονη αγωνία τους να αποδείξουν με τον πλέον «επίσημο» τρόπο τους ισχυρισμούς τους. Έτσι, τα έγγραφα που προσπαθούν να συλλέξουν οι αιτούντες/ούσες άσυλο δεν αποτελούν απλώς τα μέσα μιας γραφειοκρατικής οργάνωσης και του συνεπακόλουθου ελέγχου αλλά και συστατικό των κανόνων, ιδεολογιών, γνώσεων και πρακτικών της γραφειοκρατίας. Παράγουν μακροπρόθεσμα μορφές κοινωνικότητας όχι μόνο ως εργαλεία ελέγχου αλλά και ως φαντασιακές μορφές άλλων πολιτισμικών υλικών, όπως η αρχιτεκτονική των κτιρίων, ο κώδικας ντυσίματος των υπαλλήλων ή τα είδη των οχημάτων. Επομένως και το έγγραφο είναι συντελεστικός παράγοντας του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία φαντασιώνεται και αντιμετωπίζει το κράτος5. Άλλωστε ο κάθε «ξένος», που επιζητά τη νομιμοποίησή του σε μια χώρα, θεωρεί ότι όσο πιο πολλά έγγραφα μαζέψει, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να λάβει την άδεια παραμονής. Συνακόλουθα, και οι αιτούντες/ούσες άσυλο φαίνεται ότι εμπεδώνουν τη λογική σύμφωνα με την οποία η παρουσία τους στη συνέντευξη – εφόσον συνοδεύεται από έγγραφα– ενισχύεται, και έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες μιας θετικής έκβασης. Επομένως η ίδια η αφήγηση στο πλαίσιο της συνέντευξης σχετίζεται άμεσα με τα έγγραφα που οι ίδιοι προσκομίζουν.

Η εμπειρία της μετανάστευσης στην Ελλάδα –από τις αρχές κιόλας της διαδικασίας νομιμοποίησης– και σε ό, τι αφορά τα έγγραφα και τον όγκο των δικαιολογητικών που πρέπει να προσκομίζουν οι μετανάστες/στριες σε δημόσιες υπηρεσίες, προκειμένου να διεκπεραιώσουν τις δικές τους υποθέσεις, είναι πλούσια σε αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους.6 Για πολλά χρόνια συνεχίστηκε αυτή η κατάσταση όχι μόνο για τους/τις μετανάστες/στριες που είχαν κάνει αίτηση για την έκδοση της άδειας παραμονής αλλά και για ανθρώπους που ζητώντας άσυλο επιδίωκαν την παροχή διεθνούς προστασίας· όπως φάνηκε, η γραφειοκρατική ταλαιπωρία εξακολουθούσε να υφίσταται, ακόμη στις περιόδους που η έκδοση ασύλου ήταν σχεδόν μηδενική.7 Στο πλαίσιο της συνολικής διαδικασίας ήταν βασική η έκδοση της κάρτας ασύλου, για την ακρίβεια της ροζ κάρτας, ενός ταυτοτικού εγγράφου μέσω του οποίου το ελληνικό δημόσιο –συγκεκριμένα το Τμήμα Αλλοδαπών ως αρμόδιο– ρύθμιζε τις υποθέσεις των αιτούντων/ουσών άσυλο που αναζητούσαν προστασία. Ωστόσο η ροζ κάρτα, συσχετιζόμενη με την ασάφεια και την αοριστία της εκκρεμότητας (limbo), στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε τη μετατροπή των αιτούντων/ουσών άσυλο σε μη δικαιούχους (illegible). Κι αυτό δεν αφορούσε μονάχα την απαξίωσή τους από το κράτος αλλά άφηνε το αποτύπωμά του και στην ίδια την αυτοεικόνα τους. Με αυτή την έννοια η ροζ κάρτα δεν ήταν απλά μια τεχνολογία της ρύθμισης, αλλά διευκόλυνε τους θεσμικούς παράγοντες που καθορίζουν τις ρυθμιστικές δραστηριότητες, καθώς οι υπάλληλοι χειρίζονται και χρησιμοποιούν το έγγραφο ως ρυθμιστική αρχή8 (και ως τέτοιο φυσικά το αντιμετωπίζουν και όσοι/ες αιτούνται άσυλο). Ακόμη και όταν αναφερόμαστε στους μετακινούμενους πληθυσμούς κατά τη μαζική τους είσοδο στα νησιά του Αιγαίου μετά το 2015, η καταγραφή και η έκδοση ενός απλού εγγράφου αποτελούσε βασική προϋπόθεση για όποιον/α επιθυμούσε να απομακρυνθεί από το νησί προς την ηπειρωτική χώρα. Το έγγραφο ( harti) εκδιδόταν από τα λιμεναρχεία των νησιών και αποτελούσε βασικό διοικητικό έγγραφο, μολονότι η εγκυρότητά του είχε συχνά αμφισβητηθεί από κρατικούς λειτουργούς.9

Οι αιτούντες/ούσες άσυλο διαχρονικά δέχονται πληροφορίες που τους κατευθύνουν ως προς την προετοιμασία για τη συνέντευξη. Θεωρούν ότι οι ισχυρισμοί τους είναι καλό να εκτιμηθούν όχι μόνο με βάση τις προφορικές δηλώσεις και αφηγήσεις αλλά και με την παρουσίαση εγγράφων ως τεκμηρίων. Επίσης –σύμφωνα με τα λεγόμενά τους– οι χειριστές/στριες ζητούν έγγραφα που να αποδεικνύουν τις απειλές που δέχονται, μέσα από αποκόμματα εφημερίδων που εκδίδονται στις χώρες τους ή από γεγονότα που επίσημα έχουν καταγραφεί, άσχετα με το αν αυτό λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Με αυτήν τη λογική, για να αποδείξουν τον κίνδυνο ή τις απειλές στην χώρα τους, θα πρέπει να υποστούν μια δοκιμασία που διαπερνά όλο τους το «είναι» όπως αυτό αποτυπώνεται στη φυσική τους παρουσία απέναντι σε έναν/μία δημόσιο/α υπάλληλο. Πλέον το σώμα, η ιδιοσυγκρασία, ο τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς τους στην Υπηρεσία Ασύλου υπάγονται σε έλεγχο και βρίσκονται υπό εξέταση.

Η διαδικασία της συνέντευξης: αφήγηση

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για τη χορήγηση ασύλου – και της συνέντευξης ειδικά, ο άνθρωπος που ζητά άσυλο καλείται, σύμφωνα με τις οδηγίες της Υπηρεσίας Ασύλου στην Ελλάδα, να «απαντήσει με πλήρη ειλικρίνεια στις ερωτήσεις του, να καταθέσει μόνο αληθινά περιστατικά με πληρότητα και να μην αποκρύψει κανένα στοιχείο που συνδέεται με την αίτηση του αιτούντος. Αν καταθέσει αναληθή περιστατικά ή ισχυρισμούς θα επηρεάσει αρνητικά την κρίση επί της αίτησης».10

Από την παραπάνω διατύπωση μπορούμε να κατανοήσουμε ότι, όταν οι αιτούντες/ούσες άσυλο παρουσιάζονται στη συνέντευξη – και από τη στιγμή που συχνά υπάρχει έλλειψη εγγράφων, οι μαρτυρίες και οι αφηγήσεις τους κατέχουν κεντρική θέση στη διαδικασία και υπάγονται σε ιδιαίτερες προδιαγραφές. Μέσα από αυτή την ιδιόμορφη αφηγηματική αποτύπωση αναδύεται η σχέση του νόμου με την μορφή της αφήγησης11, αφού η τελευταία, όπως προαναφέραμε, θα πρέπει να πληροί κάποιες νομικές απαιτήσεις, δηλαδή να χαρακτηρίζεται από συνοχή, αξιοπιστία και αληθοφάνεια. Σε περίπτωση που αυτό συμβαίνει θεωρείται ότι η αφήγηση κινείται μέσα στα απαιτούμενα νομικά όρια. Ωστόσο σύμφωνα με την άποψη της Vogl δεν υπάρχει στη διαδικασία της συνέντευξης αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο και μια σχεδιασμένη μορφή διαδικασιών που να σχετίζονται με τις εκτιμήσεις για την αφηγηματική ποιότητα – απαραίτητο κριτήριο για την απόδοση του status του πρόσφυγα. Απεναντίας προκύπτουν μια σειρά από τυχαία γεγονότα τα οποία καθορίζουν εντέλει την έκβαση της διαδικασίας. Ανάμεσα σε αυτά είναι τόσο το τυχαίο της ιστορίας όσο και το σημείο έναρξης και λήξης της αφήγησης που ο/η χειριστής/στρια αναμένει να ακούσει12. Από την παραπάνω διατύπωση των οδηγιών της ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου συνάγεται πως το γεγονός ότι ο/η αιτών/ούσα άσυλο καλείται να μιλήσει αποτελεί και το μοναδικό δικό του εργαλείο και όπλο τη στιγμή της συνέντευξης. Ο λόγος του σχετίζεται με τη δική του προστασία, καθορίζει το άμεσο και μακρινό μέλλον, την ίδια τη μετέπειτα ζωή του, και όλα αυτά εξαρτώνται από το πώς θα πει την ιστορία του, από το πόσο καλά θα την αφηγηθεί. Ο λόγος αποτελεί προϋπόθεση προστασίας, αναγνώρισης και νομικού status.13 Ωστόσο αυτός ο λόγος διέπεται από σύγχυση, καθώς βλέποντας τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία τον κυριεύουν συναισθήματα κατά τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας. Πόσο εύκολο μπορεί να είναι για τον καθένα – πόσο μάλλον για ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτήν τη συνθήκη, να λέει λεπτομέρειες για τη ζωή του, για τα βάσανα που έχουν δημιουργήσει τραύματα στην ίδια του την ύπαρξη, για περιστάσεις που προσπαθεί να τις αφήσει πίσω, να τις ξεχάσει ή να θεραπευτεί από αυτές; Η ίδια η διαδικασία της μετανάστευσης λειτουργεί για τα υποκείμενα ως θεραπευτική διαδικασία για τον πόνο, τις απειλές ή τα βάσανα που υπέστησαν στις χώρες τους, δηλαδή τους ωθεί να αφήσουν πίσω ένα κομμάτι του εαυτού τους, ένα κομμάτι της ιστορίας τους. Απομακρύνονται από τον τόπο των κακουχιών αφήνοντας πίσω την οδύνη και ελπίζοντας ότι θα βρουν την ασφάλεια. Ωστόσο σε συνθήκες εγκλωβισμού και γραφειοκρατικού ελέγχου, ο άνθρωπος καλείται να επαναφέρει στο προσκήνιο με λεπτομέρειες την ιστορία της ζωής του απέναντι σε επαγγελματίες (χειριστές/στριες), να γυρίσει πίσω στις δικές του ιστορίες, ιστορίες οι οποίες θα κριθούν με βάση την αξιοπιστία του.14 Επιπλέον υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που καθορίζουν την έκβαση της συνέντευξης, που διαμορφώνουν το αποτέλεσμα, όπως η διερμηνεία –αφού μέσω αυτής διοχετεύονται οι πληροφορίες που θέτει προς κρίση ο/η αιτών/ούσα άσυλο–, ο φόβος, η κούραση και το στρες που τον/τη διακατέχουν και ενδέχεται να προκαλέσουν σύγχυση ή λάθη σε πολλά στοιχεία (ονόματα, τοποθεσίες, ημερομηνίες κ.ά.) στα οποία ήδη έχει αναφερθεί. Επιπλέον, σύμφωνα με την άποψη του Good (2011) η συνοχή, η αληθοφάνεια και η αξιοπιστία των αφηγήσεων γίνονται αντικείμενο αμφισβήτησης από τo Home Office Presenting Officer15 (HOPO) καθώς υπάγονται σε λεπτομερή ανάλυση και διασταύρωση στοιχείων. Οι υπάλληλοί του θέτουν, για παράδειγμα, ερωτήσεις γύρω από γεγονότα με την ελπίδα να υπονομεύουν συγκεκριμένες απαντήσεις που δεν χαρακτηρίζονται από συνοχή, με αποτέλεσμα να τίθεται υπό αμφισβήτηση η αξιοπιστία των λεγομένων στοιχείων.16 Ακόμη και για την προετοιμασία της συνέντευξης, έργο που αναλαμβάνουν οι νομικοί των ανθρωπιστικών οργανώσεων – και σε μικρότερο βαθμό δικηγόροι που δεν εργάζονται σε αυτές, η κατεύθυνση που υιοθετείται αναιρεί στην ουσία τη φωνή των υποκειμένων στην προσπάθειά τους να αντιπροσωπεύσουν τον εαυτό τους κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης. Οι φωνές τους επισκιάζονται επειδή θεωρούνται ευάλωτα και χωρίς γνώση των κανόνων λειτουργίας του συστήματος, γεγονός που βαθαίνει την δική τους αποχή από τη διαδικασία.17 Με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται η έννοια του/της αιτούντος/ούσης άσυλο ως θυματοποιημένου υποκειμένου, το οποίο θα βρίσκεται συνέχεια σε συνθήκη ανάγκης, ανήμπορο να εκφράσει τη δική του βούληση σε διαφορετικές καταστάσεις.

Μολονότι οι υπάλληλοι έχουν εκπαιδευτεί για να διαμορφώνουν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ένα ευχάριστο περιβάλλον, όσο γίνεται λιγότερο αγχωτικό, ώστε οι συνεντευξιαζόμενοι/ες να μιλάνε με άνεση και χωρίς δισταγμό για την υπόθεσή τους, ανάμεσα σε αυτά τα δύο μέρη δεν παύει να υπάρχει μια εξουσιαστική σχέση, που αποδίδει συγκεκριμένους ρόλους στον καθένα. Αυτή η σχέση εξουσίας, βασισμένη στη δυαδική αντίστιξη εξεταζόμενου – εξεταστή, είναι αρκετή ώστε στον/στην αιτούντα/ούσα άσυλο να δημιουργούνται όχι μόνο αισθήματα φόβου, ανασφάλειας αλλά και δυσπιστίας και προκατάληψης, γεγονός που κατευθύνει την εξέλιξη της συνέντευξης μέσα σε ένα πλαίσιο όπου οι ανθρώπινες ιστορίες αναδύονται ανάμεσα στην ενεργή διάδραση των δύο μερών. Γίνεται επομένως κατανοητό ότι η διαδικασία της συνέντευξης στο σύνολό της (ακόμα και στην αισθητική της) διέπεται από προβλήματα και σύγχυση ακριβώς επειδή, όταν καλούνται να παρουσιάσουν την δική τους ιστορία ζωής, πολλοί/ες αιτούντες/ούσες άσυλο προσπαθούν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις προσδοκίες του ακροατηρίου.18

Οι μαρτυρίες των υποκειμένων

Ας περιγράψουμε όμως εν συντομία και μέσα από πρωτογενείς πηγές πώς βιώνουν τα ίδια τα υποκείμενα τη διαδικασία της συνέντευξης και τι σκέφτονται πάνω σε αυτήν. Ενδεικτικά παρουσιάζω κάποιες από τις συζητήσεις μας.

Ο Hamid από Αφγανιστάν, παντρεμένος με δυο παιδιά, μεταξύ άλλων αναφέρει: «Περιμένω τη μέρα της συνέντευξης. Αν πάρω αρνητική απάντηση θα προσπαθήσω να φύγω σε άλλη χώρα της Ευρώπης. Είμαι πολύ αγχωμένος. Τα βράδια δεν κοιμάμαι. Ψάχνω έναν καλό δικηγόρο που να με προετοιμάσει για τη μέρα της συνέντευξης. Αυτοί ξέρουν καλύτερα, και μας λένε τι πρέπει να πούμε και τι όχι. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι το πώς θα πεις την ιστορία και πόσο πιστευτή θα είναι. Ξέρω πολλές περιπτώσεις Αφγανών που είχαν πραγματικά προβλήματα στη χώρα και δεν κατάφεραν να πάρουν άσυλο, και κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν προβλήματα, πήραν άσυλο. Όλα εξαρτώνται από το πώς θα πεις την ιστορία σου, πώς θα συμπεριφέρεσαι στην αίθουσα και αν θα κάνεις καλή εντύπωση στον υπάλληλο. Αυτά παίζουν ρόλο. Ξέρω ότι κάνουν πολλές ερωτήσεις και θέλουν πολλές λεπτομέρειες. Πρέπει να πάρω άσυλο. Χωρίς άσυλο είμαι ένα τίποτα. Δεν έχω πρόσωπο. Έχω ευθύνη για την οικογένειά μου».

Ali, αιτών άσυλο από το Πακιστάν, 44 ετών: «Ήμουν τέσσερις ώρες στην συνέντευξη. Πραγματικά όλοι είχαμε κουραστεί. Το κλίμα ήταν ψυχρό και καθόλου φιλικό. Η υπάλληλος με κοιτούσε συνέχεια στα μάτια για να δει την αντίδραση των ματιών μου και του προσώπου. Με έβλεπε επίμονα στο πρόσωπο και φαινόταν να είχε πέσει σε βαθιές σκέψεις. Εγώ επίσης την κοιτούσα συνέχεια στα μάτια χωρίς να κατεβάζω το βλέμμα μου δεξιά η αριστερά. Έπρεπε να φανώ αποφασισμένος σε αυτό που έλεγα. Έδινα γρήγορες απαντήσεις. Εκείνη με ρωτούσε ξανά και ξανά την ίδια ερώτηση ανά διαστήματα. Κάποια στιγμή μου ζήτησαν να κάνω διάλειμμα και δεν δέχτηκα. Ύστερα μου είπε ότι εκείνη ήταν κουρασμένη και έπρεπε να κάνουμε ένα διάλειμμα. Ένιωθα ότι με ανακρίνουν. Πολλές φορές με ρώτησε: “Γιατί ο αδελφός σου ζει στο Πακιστάν και δεν έχει κανένα πρόβλημα, και εσύ έχεις;” Της είπα ότι αυτή είναι η επιλογή του».

Ο Kasem, 25 χρονών, από το Αφγανιστάν αναφέρει: «Γίνονται πολλές ερωτήσεις-παγίδα. Αυτό πρέπει να προσέχω. Θα πρέπει να έχω το νου μου σε αυτές τις ερωτήσεις, και το πρόβλημα είναι ότι, άμα η συνέντευξη διαρκεί πολλές ώρες, τότε μπορεί να κουραστώ και να κάνω κάποιο λάθος. Πολλοί γνωστοί μου έχουν πέσει σε παγίδα. Πρέπει συνέχεια να είσαι σε εγρήγορση και να πεις τα πράγματα με ακρίβεια. Θέλουν πολλές αποδείξεις με χαρτιά και αυτό είναι δύσκολο. Πρέπει να βρω ένα δικηγόρο για να με προετοιμάσει. Θέλω να είμαι πολύ πειστικός, να συμπεριφέρομαι σωστά και πολλά εξαρτώνται από το πώς θα με δει ο υπάλληλος. Πρέπει να γίνω αρεστός. Έχω μαζέψει πολλά έγγραφα εδώ. ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, βεβαίωση ότι παρακολουθώ μαθήματα ελληνικής γλώσσας και εργάζομαι. Δεν νιώθω ότι μπορώ να υποστηρίξω καλά την υπόθεσή μου. Η ζωή μου στο Αφγανιστάν μπορεί να απειλείται από στιγμή σε στιγμή. Μπορεί αυτή η στιγμή να έρθει σύντομα, μπορεί να μην έρθει ποτέ. Εγώ τι να κάνω; Να κάτσω να το ρισκάρω; Όχι βέβαια. Όλο αυτό το θεωρώ άδικο και υπερβολικό».

Η μαρτυρία του Selim από το Πακιστάν, 19 ετών: «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί απορρίψανε την αίτησή μου. Εγώ είχα προετοιμαστεί πολύ καλά. Είχα πάει και σε δικηγόρο ο οποίος μου είπε τι να πω και πώς να το πω. Ο υπάλληλος συνεχώς κουνούσε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε με αυτά που έλεγα, και ένιωθα ότι τα πάω καλά. Αυτοί απλά δεν μας πιστεύουν. Νομίζουν ότι λέμε ψέματα. Τίποτα δεν καταλαβαίνουν. Δεν θέλουν να καταλάβουν…».

Ο φίλος του, ο Amir, στην ίδια ηλικία, που δεν είχε περάσει ακόμη από την διαδικασία της συνέντευξης φαινόταν ήσυχος και χωρίς άγχος. Σε έναν μήνα θα πήγαινε στη συνέντευξη. Συγκεκριμένα μου ανέφερε: «Είναι άδικο όλο αυτό. Ξέρω ότι στους Πακιστανούς δεν δίνουν άσυλο. Είναι πρώτη φορά και σίγουρα θα με κόψουν. Είναι μάταιο να το παλέψω. Δεν είναι ανάγκη να πάω σε δικηγόρο. Την πρώτη φορά δεν κρατάει πολύ. Περίπου δέκα με είκοσι λεπτά».

Η τελευταία μαρτυρία αφορά τον Javat, και αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση όχι μόνο λόγω της υπόθεσής του αλλά και εξαιτίας της πολυεπίπεδης επικοινωνίας που είχαμε χτίσει μαζί σε καθημερινή βάση. Μετά την απόρριψη σε δεύτερο βαθμό της αίτησης που είχε κάνει, με πλησίασε την ημέρα της Ashura19 και μου μίλησε γι’ αυτό, αποπνέοντας στεναχώρια και ελπίδα συνάμα. Τότε έμαθα ότι ο Syed ανήκει σε συγκεκριμένο θρησκευτικό κλάδο του Ισλάμ (σιίτης), και σαφώς η υπόθεσή του αφορούσε την θρησκευτική του ιδιαιτερότητα στο Πακιστάν. Έτσι -με δεδομένη την αρνητική απάντηση– ξεκινώντας από την αδικία που είχε βιώσει, ο ίδιος θέλησε να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί μου ή τουλάχιστον να νιώσει ότι είναι κάποιος εκεί που μπορεί να τον καταλάβει και να τον πιστέψει. Ο Syed είχε ανάγκη να τον πιστέψουν για όσα ισχυριζόταν. Το γεγονός ότι είχε ξεδιπλώσει τις λεπτομέρειες της ζωής του σε άγνωστους ανθρώπους και εκείνοι δεν τον είχαν πιστέψει είχε προκαλέσει τραύμα στην ύπαρξή του: σαφώς, είχαν θίξει την αξιοπρέπειά του ακριβώς επειδή αμφισβήτησαν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Μια τέτοια αντιμετώπιση διαπερνά την ταυτότητα του υποκειμένου, του δημιουργεί πληγές και επιπλέον βλάβες, παράμετρο που δεν μπορεί ή αρνείται να τη συλλάβει η λογική της γραφειοκρατίας. Η δυσπιστία, πέρα από διατάραξη σε ένα βαθύ υπαρξιακό επίπεδο – εφόσον σε τελική ανάλυση εκείνο που τίθεται σε αμφισβήτηση είναι το ίδιο το ποιόν του ανθρώπου, οδηγεί σε πολλαπλασιασμό της θυματοποίησης. Εμπρός τους ανοίγονται δυο εκ διαμέτρου αντίθετες επιλογές: η μια υπαγορεύει τον ελιγμό ως τακτική προσαρμογής σε ένα σύστημα που απορρίπτει την ποιότητα του υποκειμένου, η άλλη οδηγεί στην απόσυρση από τη συγκεκριμένη διαδικασία και στην απομόνωσή του, εφόσον η προσαρμογή και ο ελιγμός ισοδυναμεί με απόρριψη του ίδιου του εαυτού του και του παρελθόντος του. Δύο δυνάμεις τον τραβούσαν σε αντίθετες κατευθύνσεις: αυτή που του υπαγόρευε να υποκρίνεται και να προσποιείται και η άλλη που τον παρακινούσε να επιμένει στην εγκυρότητα των ισχυρισμών του. Ήθελε χρόνο να μάθει πώς λειτουργεί το σύστημα, να δει τι περιθώρια και τρόπους προσαρμογής είχε στη διάθεσή του και στη συνέχεια να επιλέξει αν θα προχωρούσε σε μια τέτοια κίνηση ή όχι. Από εκείνη την ημέρα χτυπήσαμε αρκετές πόρτες μαζί, περάσαμε από πολλές ανθρωπιστικές οργανώσεις οι οποίες μας έλεγαν ότι δεν είχαν χρηματοδότηση προκειμένου να υποστηρίξουν την υπόθεσή του για προσφυγή στα δικαστήρια. Όλες μας έδιναν μια λίστα με τις οργανώσεις που παρείχαν νομική υποστήριξη, ωστόσο καμία δεν μπορούσε να τον αναλάβει. Πολλοί αιτούντες άσυλο περίμεναν στην ουρά – συνηθισμένη εικόνα για τους υπαλλήλους των ανθρωπιστικών οργανώσεων. Κάποια στιγμή ο ίδιος μου εμπιστεύτηκε όλον τον φάκελό του, με πολλά έγγραφα που είχε συγκεντρώσει τόσο από τη χώρα του όσο και στην Ελλάδα. Εκείνος όμως καλείται να σκάψει στα βάθη του παρελθόντος και να ανασύρει τα πιο ευαίσθητα και οδυνηρά σημεία της ζωής και των βιωμάτων του, προκειμένου να ξεπεράσει τα εμπόδια που ορθώνει η διαδικασία χορήγησης ασύλου. Μια από τις πολλές φορές που βρεθήκαμε μαζί, πίνοντας τσάι και παίζοντας draughts20 στον χώρο της κατάληψης, μου ανέφερε: «Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν την κατάσταση στο Πακιστάν. Ο υπάλληλος δεν με πίστεψε και με ρώτησε γιατί δεν έφυγα από τη χώρα τότε που είχα το πρόβλημα και γιατί έφυγα μετά από χρόνια. Εγώ πραγματικά δεν ήθελα να αφήσω την ζωή μου εκεί. Το πάλεψα και πήγαινα από πόλη σε πόλη, έμενα σε συγγενείς για να αποφύγω τις απειλές. Στο τέλος ο υπάλληλος μου είπε ότι δεν θα είναι αυτός που θα αποφασίσει για την υπόθεσή μου αλλά κάποιος άλλος.21 “Θα τον ενημερώσω για ό,τι μου είπες” μου είπε. Αυτό δεν το περίμενα γιατί πίστευα ότι είχα δώσει τα πάντα σε έναν άνθρωπο, και στο τέλος δεν θα ήταν αυτός που θα με αξιολογούσε. Τώρα όμως έχω άλλη μια ευκαιρία να ξανακάνω αίτηση και ξέρω τι θα κάνω και τι θα πω».

Ζητήματα που αναδεικνύονται μέσα από τις μαρτυρίες

Σύμφωνα με τις παραπάνω μαρτυρίες των αιτούντων άσυλο, οι βασικοί παράγοντες που χαρακτηρίζουν τις αφηγήσειςτους είναι το αίσθημα της αβεβαιότητας που διακατέχει τους/τις χειριστές/στριες την ώρα της συνέντευξης. Από την άλλη οι ίδιοι βρίσκονται σε μια κατάσταση ανασφάλειας και φόβου, καθώς αρκετοί είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν πώς πρέπει να πουν την ιστορία τους και εν τέλει τι περιμένει να ακούσει ο/η υπάλληλος που έχουν απέναντί τους. Ακόμη και εκείνοι που έχουν γνώση πάνω στο θέμα και μπορούν να ελίσσονται καλύτερα δεν καταφέρνουν να αποφύγουν άλλα εμπόδια στην πορεία. Το ένα εμπόδιο αφορά το διαμορφωμένο κλίμα που ενέχει στοιχεία ανάκρισης και επιτήρησης –με σκοπό την αναζήτηση της αλήθειας– μέσα από επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις κατά διαστήματα ή ερωτήσεις-παγίδα. Ένα άλλο πρόσκομμα είναι το ίδιο το κλίμα καχυποψίας και δυσπιστίας, με άλλα λόγια η πεποίθηση ότι ο/η συνεντευξιαζόμενος/η κινείται μεταξύ αλήθειας και ψέματος, η υποψία ότι στην πραγματικότητα είναι μετανάστης/στρια ή η πρακτική της επιτόπου εκτίμησης των ισχυρισμών, μέσα από την γλώσσα του σώματος, το επίμονο βλέμμα. Επιπλέον αυτό το ψυχρό κλίμα μιας τυπικής διαδικασίας, μη οικειότητα του/της αιτούντος/ούσας άσυλο με τον/την υπάλληλο, εμβαθύνει την αμηχανία ειδικά όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από προσωπικές εμπειρίες. Τέλος δυσχέρεια συνιστά και αυτή καθεαυτή η κουλτούρα της διαδικασίας που από πολλές σκοπιές απέχει από το δικό τους κοινωνικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Όλα τα παραπάνω αποτελούν βασικές συνιστώσες που επιδρούν στις αφηγήσεις, στους ισχυρισμούς και στη συμπεριφορά απέναντι στην Αρχή Απόφασης.

Το σύστημα χορήγησης ασύλου ως γραφειοκρατικός μηχανισμός θεωρεί ότι τα λεγόμενα των αιτούντων/ουσών άσυλο είναι κατά κανόνα αναληθή. Συνήθως απευθύνουν την κατηγορία ότι οι πληροφορίες που έρχονται στο φως δεν είναι ακριβείς ή ότι απέχουν από την αλήθεια, και αυτό δεν αφορά μόνο τα προσωπικά στοιχεία που καταθέτονται αλλά και τα βιώματα των ανθρώπων. Αυτή η ρητορική σχετίζεται με την έννοια της αξιοπιστίας των ισχυρισμών. Σύμφωνα με τις αναφορές των αιτούντων/ουσών άσυλο στο σύνολό της αυτή η διαδικασία πολλές φορές είναι δύσκολο να κατανοηθεί από τα ίδια τα υποκείμενα. Η αφήγησή τους ως καθοριστική δράση υπάγεται σε έλεγχο, με τα κριτήρια της αξιοπιστίας και της αληθοφάνειας να βρίσκονται στο επίκεντρο. Οι αξιολογήσεις των ιστοριών μπορεί να παράγουν ανεπαρκή γνώση για το κοινωνικό-πολιτισμικό υπόβαθρό τους, και ταυτόχρονα τα ίδια υποχρεώνονται ενδεχομένως και σε επεξήγηση κάποιας επιλογής ή συμπεριφοράς τους, που στον/στην εξεταστή/στρια φαίνεται μη λογική ή μη αναμενόμενη από έναν «λογικό» άνθρωπο. Επιπλέον αρκετά λεγόμενα μπορούν να χαθούν στην μετάφραση, αυτήν τη φορά κυριολεκτικά, γεγονός που πιθανότατα προκαλεί ασυνέπεια και έλλειψη συνοχής στις αφηγήσεις τους, με αποτέλεσμα την ανατροφοδότηση του φαύλου κύκλου: οι ιστορίες τους αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Αυτό το γεγονός διαμορφώνει την κουλτούρα της δυσπιστίας που επηρεάζει τις αφηγήσεις22 και την αποτίμησή τους. Οι παραπάνω παράγοντες αποτελούν τεκμήρια μιας τεχνολογίας της εξουσίας. Έννοιες, όπως αβεβαιότητα, δυσπιστία, εξαπάτηση, αποδίδονται μέσα από τη διαδικασία της συνέντευξης στους/στις αιτούντες/ούσες άσυλο, κατασκευάζοντας με αυτόν τον τρόπο τη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων και συνδέοντάς τους με μια θολή κατάσταση. Τα χαρακτηριστικά αυτά που εμφανίζονται, για παράδειγμα, και στο βρετανικό σύστημα χορήγησης ασύλου οδηγούν τους/τις αιτούντες/ούσες άσυλο σε απελπισία και παθητικότητα, στην απέλαση και στον εκτοπισμό τους.23 Η αναζήτηση της αλήθειας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της διαδικασίας της συνέντευξης. Αυτό ως στοιχείο διαμορφώνει συγκεκριμένες στάσεις και ενδεχομένως αφηγήσεις που θα προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της Αρχής εξέτασης του αιτήματος. Η διερεύνηση της αλήθειας των ισχυρισμών βασίζεται στη γραφειοκρατία, που μοιάζει αφοσιωμένη εξ ολοκλήρου στο έργο αυτό. Σύμφωνα με την προσέγγιση του Fassin (2013) στο σημείο αυτό δεν είναι η αλήθεια του συστήματος χορήγησης ασύλου που διακυβεύεται, αλλά η αλήθεια των αφηγήσεων ακριβώς επειδή ο ρόλος του γραφειοκρατικού μηχανισμού είναι να ανακαλύψει τους «ψεύτικους πρόσφυγες».24 Από αυτή την οπτική γωνία ο κυρίαρχος λόγος αλλά και οι κρατικές (ευρωπαϊκές και εθνικές) πολιτικές συνδέουν το άσυλο με τον έλεγχο της μετανάστευσης και προσφυγικών ροών, γεγονός που παράγει πιο τεκμηριωμένες πρακτικές και επεξεργασμένες συμπεριφορές από την πλευρά της διοίκησης και των υπαλλήλων. Αυτές οι ιδιαίτερες πρακτικές, όπως είδαμε και στις προηγούμενες μαρτυρίες, αφορούν τη σχέση χειριστών/στριών και αιτούντων/ουσών καθώς και τη μεταξύ τους διάδραση, γεγονός που επισκιάζει τη νομική διάσταση του ζητήματος. Από τη στιγμή που η διαδικασία βασίζεται σε εκτιμήσεις για την εσωτερική και εξωτερική συνοχή της ιστορίας του υποκειμένου, που με τη σειρά τους συνδέονται με μια σειρά πρακτικών και στάσεων στη διάρκεια της συνέντευξης, οι νομικοί όροι δεν προηγούνται απλώς των αποτελεσμάτων, αλλά καθορίζονται από την αντίληψη που έχει διαμορφωθεί ήδη για τη χορήγηση ασύλου. Η όλη διαδικασία για την απόδοση του καθεστώτος πρόσφυγα, παρ’ ό, τι περιγράφεται με νομικούς όρους, μετά βίας ακολουθεί νομικές αιτιολογήσεις.25 Ο παράγοντας που διαδραματίζει βασικό ρόλο είναι η κοινωνική κατασκευή του/της αιτούντος/ούσας άσυλο, βασισμένης κυρίως σε διαδράσεις των μερών, αλλά και η δόμηση συνολικά της διαδικασίας που επιτρέπει/υπαγορεύει συγκεκριμένες συμπεριφορές και απαντήσεις: για παράδειγμα, αν δεν είχαμε το σχήμα «ερώτηση-απάντηση» σε διαδοχή, ίσως τα υποκείμενα να προσέγγιζαν διαφορετικά τη δική τους ιστορία. Στην πραγματικότητα η διαδικασία αποτρέπει τις δικές τους αφηγήσεις και εφαρμόζεται με σκοπό την τήρηση της επίσημης νόρμας.26

Συμπεράσματα

Στις μέρες μας, ενώ είναι πλέον δεδομένο ότι η κυκλοφορία της πληροφορίας μέσω της τεχνολογίας και του ηλεκτρονικού διαδικτύου έχει γίνει αποδεκτή σχεδόν από όλες τις κοινωνίες και αποτελεί μια νέα κουλτούρα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η κυκλοφορία των ανθρώπων οι οποίοι μεταναστεύουν από τον τόπο τους θεωρείται πρόβλημα, απειλή, γεγονός που απαιτεί κρατικές παρεμβάσεις με σκοπό τον έλεγχο, την ασφάλεια και την καταστολή. Το πρώτο ανθεί την ίδια ώρα που το δεύτερο μαραζώνει. Απέχουμε πολύ ακόμη από το να αναγνωρίσουμε ως κοινωνική αξία την παρουσία του πολιτισμικού άλλου.

Σε θεσμικό επίπεδο οι προσφυγικές ροές αντιμετωπίζονται από τα ευρωπαϊκά κράτη ως πρόβλημα. Στην Ελλάδα ο επίσημος λόγος αντιλαμβάνεται αδικαιολόγητα τις τελευταίες προσφυγικές ροές ως προσφυγική κρίση, και δεν λείπουν οι επίσημες φωνές που θεωρούν ότι αποτελεί «εθνικό πρόβλημα». Και πράγματι ως τέτοιο αντιμετωπίζεται. Ειδάλλως πώς εξηγείται η λειτουργία δεκάδων –κατ’ ευφημισμό– κέντρων φιλοξενίας ανά την ελληνική επικράτεια, που χαρακτηρίζονται από άθλιες συνθήκες εγκλωβισμού ειδικά στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου; Μέσα σε αυτή τη συνθήκη έχει κατασκευαστεί και η κατηγορία των αιτούντων/ουσών άσυλο που αντιμετωπίζεται με καχυποψία, αβεβαιότητα, δυσπιστία, και η οποία υπόκειται σε εξαντλητικούς ελέγχους από τους μηχανισμούς που διέπουν τη διαδικασία χορήγησης ασύλου ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.

Η συνέντευξη ως επιμέρους στάδιο χαρακτηρίζεται κι αυτή με τη σειρά της από την ανάλογη δυσπιστία βάζοντας έτσι στο στόχαστρο την αξιοπιστία των αφηγήσεών τους, γεγονός που, όπως περιγράφηκε και παραπάνω, διαμορφώνει συγκεκριμένες στάσεις και συμπεριφορές από τα ίδια τα υποκείμενα. Στο πλαίσιο αυτό και με γνώμονα την επιθυμία να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της Υπηρεσίας, ελίσσονται και προσπαθούν να ανταποκριθούν με τρόπο που θα τους επιτρέψει να καταφέρουν τον πολυπόθητο στόχο. Αυτή σαν πρακτική οδηγεί στην ακύρωση της αξιοπρέπειάς τους επειδή τους σπρώχνει να προσαρμοστούν σε άτυπους κανόνες λειτουργίας. Η κινητήρια δύναμη που ωθεί τα άτομα να υιοθετούν μια τέτοια στάση είναι οι μηχανισμοί ελέγχου, το πνεύμα της δυσπιστίας, η αβεβαιότητα και η αμφιλεγόμενη αλήθεια που αποδίδεται στο πρόσωπό τους κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο τρόπος που αυτή δομείται στη βάση της λογικής της κοινωνικής ασφάλειας και του κοινωνικού ελέγχου, μιας και τα ίδια εκλαμβάνονται ως απειλή. Έτσι, όταν σπρώχνονται από τα πρώτα βήματα στο δίχτυ αυτής της διαμορφωμένης συνθήκης, νομιμοποιημένης και θεσμοποιημένης, υιοθετούν συμπεριφορές στις οποίες διακρίνονται συναισθήματα πικρίας, απογοήτευσης και ματαιότητας. Κατ’ επέκταση προσπαθούν να ακολουθήσουν στρατηγικές επιβίωσης, ιστορίες, σενάρια που έχουν εν μέρει σχέση με την προηγούμενή τους πραγματικότητα, αλλά πάντα συναρτώμενα με την προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες που βρίσκονται και σε αντιστοιχία με το περιβάλλον εντός του οποίου δρουν· κι αυτό δυστυχώς προσομοιάζει σε ανάκριση από την στιγμή που υποβάλλονται σε τέτοιου είδους αξιολογήσεις. Η γλώσσα του σώματος διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο, καθώς οι ίδιοι γνωρίζουν ότι εκείνη τη στιγμή κρίνονται όχι μόνο στη βάση των ισχυρισμών τους αλλά και από την εντύπωση που δίνουν ως φυσικές παρουσίες στην αίθουσα. Έτσι, η προσαρμογή ενισχύει την ευαλωτότητά τους και βαθαίνει τη θυματοποίηση. Μέσα από αυτήν τη διάδραση μεταξύ εξεταστή/στριας και εξεταζόμενου/ης γίνεται σαφές ότι η σύγκρουση, η βία, η απειλή, η δυστυχία που βίωσαν και εξακολουθούν να βιώνουν υποβαθμίζεται· άλλωστε αυτό συμβαίνει κατά την ανάδυση μιας πολιτικής που τους υποβάλλει σε έλεγχο και παρατήρηση. Η φιγούρα τους ως αιτούντες/ούσες άσυλο στοχοποιείται και δαιμονοποιείται. Αναγκαστικά ταλαντεύονται ανάμεσα στο status του πρόσφυγα και του μετανάστη πατώντας συνεχώς σε κενό, αιχμάλωτοι/ες ενός αόρατου πλέγματος ελέγχου και αβεβαιότητας.

Σημείωση: Για την πραγματοποίηση αυτού του κειμένου έγιναν συνομιλίες με τη μορφή μη κατευθυνόμενων ερωτήσεων καθώς και ομαδικές συζητήσεις με τους αιτούντες άσυλο στη Σάμο και στην Αθήνα, και για αυτό τους ευχαριστώ ιδιαιτέρως. Τα ονόματα τους που χρησιμοποιούνται στο κείμενο δεν είναι αληθινά. Οι συμβουλές των δικηγόρων και κοινωνικών λειτουργών που είχαν εργαστεί στις επιτροπές ασύλου ως χειριστές/τρίες των υποθέσεων ήταν εξίσου χρήσιμες και εποικοδομητικές. Τα ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί στο κείμενο δεν είναι αληθινά

*o Ερβίν Σέχου, υποψήφιου διδάκτορα στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Γλωσσική επιμέλεια -Διόρθωση: Αρετή Μουσουλιώτη

1. Στο παρόν άρθρο, όπου γίνεται αναφορά σε αιτούντες άσυλο, δηλαδή επιλέγεται το αρσενικό γένος, πρόκειται για επεξεργασία μαρτυριών που προέρχονται από άντρες.

2. Πρόκειται για το άρθρο με τίτλο «Αιτούντες άσυλο: ανάμεσα στο προσφυγικό και στο μεταναστευτικό», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 24/9/2019 στα ηλεκτρονικά περιοδικά: Social Policy και Πόλη Κ.

3. Παπαταξιάρχης, Ε. (2017). Ασκήσεις συμβίωσης στην «ανθρωπιστική πόλη»: Άτυπες εκπαιδευτικές πρακτικές και διακυβέρνηση του προσφυγικού μετά το 2016. Σύγχρονα Θέματα, 137, 74-79.

4. Rozakou, K. (2012). The biopolitics of hospitality in Greece: humanitarianism and the management of refugees. American Ethnologist. Journal of the American Ethnologist Society, 39 (3). https://doi.org/10.1111/j.1548-1425.2012.01381.x

5. Matthew, S.H. (2012). Documents and Bureaucracy. Annual Review Anthropology. 41.

doi10.1146/annurev.anthro.012809.104953

6. Δεν είναι υπερβολικό να αναφέρουμε ότι για πολλά χρόνια, ειδικά μετά τον πρώτο μεταναστευτικό νόμο, οι μετανάστες δεν κατάφερναν να εξοπλιστούν με ένα βασικό έγγραφο, την άδεια παραμονής. Η βασική δικαιολογία από την πλευρά της διοίκησης ήταν ότι η ίδια δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον όγκο των μεταναστών/στριών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα οι πληθυσμοί αυτοί να βρίσκονται σε «limbo». Οι βασικές ανανεώσεις γινόντουσαν μέσω ενός απλού εγγράφου (με τη μορφή χαρτιού, τύπου «μισό Α4») με το οποίο βεβαιωνόταν ότι το συγκεκριμένο άτομο είχε καταθέσει αίτηση για την έκδοση της άδειας παραμονής ή εργασίας· επρόκειτο στην ουσία για εξάμηνη παράταση στην αίτηση, μια παράταση που μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη και για δύο ή τρία χρόνια. Επομένως το έγγραφο αυτό δεν του εξασφάλιζε ένα βασικό δικαίωμα: να ταξιδέψει στη χώρα του και να επιστρέψει χωρίς πρόβλημα στην Ελλάδα. Αυτό σήμαινε πρακτικά ότι οι μετανάστες/στριες βρισκόντουσαν σε καθεστώς ομηρίας. Επιπλέον οι διάφορες διοικητικές αρχές δεν λάμβαναν υπόψη αυτό το έγγραφο, αλλά αντίθετα απαιτούσαν κανονική άδεια παραμονής.

7. Από το 2006 έως 2009, είχαν υποβληθεί 73.192 αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Από αυτές, έγιναν δεκτές 598, ενώ σε 268 περιπτώσεις οι άνθρωποι είχαν λάβει ανθρωπιστικό καθεστώς και σε 121 τους είχε δοθεί επικουρική προστασία. (Ετήσια Έκθεση για τα Στατιστικά Στοιχεία για την Μετανάστευση και την Διεθνή Προστασία. 2009. European Migration Network (EMN). https://ec.europa.eu/home-affairs/sites/homeaffairs/files/what-we-do/networks/european_migration_network/reports/docs/migration-statistics/asylum-migration/2009/gr_20120229_statistics2009_gr_version_final_el.pdf

8

. Cabot, H. (2012). The Governance of Things: Documenting Limbo in the Greek Asylum Procedure. Polar: Political and Legal Anthropology Review, 35 (1), 11-29. Doi: 10.1111/j.1555-2934.2012.01177.x.

9. Rozakou, K. (2017). Nonrecording the “European refugee crisis” in Greece. Navigating through irregular bureaucracy. Focaal-Journal of Global and Historical Anthropology 77, 36-49. Doi:10.3167/fcl.2017.770104

10

. http://asylo.gov.gr/?page_id=107 [προσπελ. 13/10/2019]

11

. Vogl, A. (2013). Telling Stories From Start to Finish Exploring the Demand for Narrative in Refugee Testimony. Griffith Law Review Law, Theory, Society. 22 (1). https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2333032

12. Ο.π.

13

. Zagor, M. (2014). Recognition and Narrative Identities: is refugee law redeemable? In F.Jenkins, M.Nolan, K. Rubenstein (Eds.), Allegiance and Identity in a Globalised World (311-353). Cambridge: Cambridge University Press. doi.org/10.1017/CBO9781139696654.021

14

. Good, A. (2011). Tales of Suffering. Asylum Narratives in the refugee status determination process. West Coast Line. 68, 78-87. Ανακτήθηκε από http://journals.sfu.ca/line/index.php/wcl/article/view/62/58

15

. HOPO ονομάζονται οι δημόσιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, που έχουν αρμοδιότητα να εκπροσωπούν στο Δικαστήριο αυτό το υπουργείο κατά την εκδίκαση των προσφυγών που ασκούνται.

16

. Good, A. (2011). Tales of Suffering. Asylum Narratives in the refugee status determination process. West Coast Line. 68, 78-87. Ανακτήθηκε από http://journals.sfu.ca/line/index.php/wcl/article/view/62/58

17

. Cabot, H. (2016). “Refugee Voices”: Tragedy, Ghosts, and the Anthropology of not Knowing. Journal of Contemporary Ethnography. doi.org/10.1177/0891241615625567

18

. Cabot, H. (2013). The social aesthetic of eligibility: NGO aid and indeterminacy in the Greek asylum process. American Ethnologist 40 (3). doi.org/10.1111/amet.12032

19. Η Κοινότητα Σιιτών Μουσουλμάνων Ελλάδας, η οποία αποτελείται κυρίως από μετανάστες από το Πακιστάν, κάθε χρόνο –από τη στιγμή που ιδρύθηκε την ημέρα της Ashura οργανώνει τελετουργία προσεγγίζοντας σιίτες από πολλές μεταναστευτικές κοινότητες στην Αθήνα. Στις 20/9/2018 η τελετουργία έλαβε χώρα στην περιοχή του Πειραιά, όπου βρίσκονται οι χώροι προσευχής με χωριστές οριοθετήσεις για τις γυναίκες και τους άνδρες, σε μία γειτονιά με αποθήκες και μικρές επιχειρήσεις. Αυτήν τη φορά συμμετείχε και η Αφγανική κοινότητα με προσέλευση πολλών αιτούντων άσυλο από το Αφγανιστάν και οι οποίοι είχαν έρθει πρόσφατα στην Αθήνα.

20. Draughts ή checkers είναι ένα στρατηγικό επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται με δύο παίκτες σε διαγώνιες κινήσεις.

21. Μου έχουν αφηγηθεί και άλλοι αιτούντες άσυλο ότι κάποιοι χειριστές στο τέλος της συνέντευξης ανέφεραν πως την απόφαση την παίρνει κάποιος άλλος ή γενικά η Υπηρεσία. Αυτό προφανώς δεν ισχύει στην πραγματικότητα, είναι όμως άξιο απορίας γιατί λέγεται κάτι τέτοιο. Βέβαια, υπάρχει μια προφανής ερμηνεία για αυτό και δεν είναι άλλη από το βάρος που νιώθει ένας υπάλληλος μπροστά στην αγωνία του ανθρώπου που έχει απέναντί του και ο οποίος τον αντιμετωπίζει σαν να έχει εναποθέσει στα χέρια του το ίδιο το μέλλον του. Αυτό το βάρος χρειάζεται ιδιαίτερη εκπαίδευση για να το διαχειριστεί κάποιος/α που εργάζεται ως μόνιμος/η ή συμβασιούχος υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου.

22. Eastmond, M. (2007). Stories as lived experience: narratives in forced migration research. Journal of Refugee Studies 20(2). doi.org/10.1093/jrs/fem007

23. Griffiths, M. (2012). Vile liars and truth distorters. Anthropology Today 28 (5). doi.org/10.1111/j.1467-8322.2012.00896.x

24. Η προσέγγισή του Fassin πηγάζει από τη λειτουργική διάσταση και ένταση που υπάρχει μεταξύ της Σύμβασης της Γενεύης και της πραγματικότητας και περιορίζει το status του πρόσφυγα σε έναν μικρό αριθμό αιτούντων/ουσών άσυλο. Σημειώνει ωστόσο ότι αυτή έχει επιλυθεί με μια παράδοξη συναίνεση: όσο πιο περιορισμένες είναι οι θετικές αποφάσεις, τόσο πιο πολύ γίνεται αξιολόγηση των συμβασιακών αρχών. Με αυτόν τον τρόπο η αλήθεια του ασύλου διαπιστώνεται ως μια κοινωνική αξία και μάλιστα σπάνια και θετική· από την άλλη η αξιοπιστία των ανθρώπων που αιτούνται τη χορήγηση ασύλου υποβάλλεται σε δοκιμασία και τίθεται εν αμφιβόλω. Fassin, D. (2013). The precarious Truth of Asylum. Public Culture 25 (1). doi.org/10.1215/08992363-1890459

25. Dequen, J. Ph. (2013). Constructing the Refugee Figure in France: ethnomethodology of a Decisional Process. International Journal of Refugee Law 25 (3). doi.org/10.1093/ijrl/eet035

26

. Η Monnier αναλύοντας τη διαδικασία της συνέντευξης στην Ελβετία αντιλαμβάνεται την αίθουσα της συνέντευξης ως μια θεατρική σκηνή όπου διαδραματίζεται ένα δράμα. Το κάθε μέρος στην αίθουσα ενέχει συμβολική σημασία καθώς τα μέλη που εμπλέκονται στη σκηνή έχουν την θέση και τον ρόλο τους. Έτσι, εκτυλίσσεται ένα δράμα με τη συμμετοχή του υπαλλήλου της κυβέρνησης, του διερμηνέα, του αιτούντος άσυλο, του εντολοδόχου, και της ανθρωπιστικής οργάνωσης που αντιπροσωπεύει τον αιτούντα άσυλο. Η έρευνα ακολουθεί μια τυπική διαδικασία, όπου οι ισχυρισμοί καταγράφονται μέχρι το τέλος της. Σύμφωνα με την άποψή της στο πλαίσιο αυτό υπάρχει λίγος χώρος για να γίνουν σεβαστές οι κοινωνικόπολιτισμικές διαφορές μεταξύ των μερών. Monnier, M. A. (1995). The hidden part of Asylum Seekers’ interviews in Geneve, Switzerland: Some observations about the Socio -Political construction of Interviews between Gatekeepers and the Powerless» Journal of Refugee Studies. 8 (3). 305-325 https://www.academia.edu/24995092/The_Hidden_Part_of_the_Asylum_Seekers_Interviews_in_Geneva_Switzerland_Some_observations_about_the_socio-political_construction_of_interviews_between_gatekeepers_and_powerless

Προηγούμενο ΆρθροCarlos Zanón: «Ένας συγγραφέας “σκοντάφτει” πάνω στην αλήθεια των χαρακτήρων»
Η πόλη Κ φιλοδοξεί να είναι ένα σάιτ ποικίλης ύλης για την πολιτική από τα κάτω και την τέχνη, στην εγχώρια και τη διεθνή τους διάσταση. Η συντακτική ομάδα αποτελείται από ανθρώπους που ασχολούνται με την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, τις τέχνες, την πολιτική και κοινωνική θεωρία, και συμμετέχουν σε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα . Οι αναζητήσεις της ομάδας εκτείνονται, μεταξύ άλλων, στα πεδία των πολιτικών ανοιχτών συνόρων, της κατάργησης των φυλακών, και της αποδόμησης των συστημικών ΜΜΕ και της αστικής δικαιοσύνης Η πόλη Κ είναι ο προορισμός στο εμβληματικό Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου. Για μας προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της κομμουνιστικής ουτοπίας και όλες τις χίμαιρες τις οποίες μπορεί αυτή να εμπεριέχει. Μερικά μονοπάτια προς μια ελευθεριακή ουτοπία θα επιχειρήσουμε κι εμείς να ιχνηλατήσουμε μέσα από το εγχείρημά μας, με οδηγούς την κριτική πληροφόρηση, τη φαντασία και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών σε ένα ελεύθερο διαδίκτυο.