«Χαρμάνι» νουάρ, προσωπικού ημερολογίου, ταξιδιωτικού χρονικού και ανθρωπολογικής πραγματείας, το μυθιστόρημα του Αρμάντο Ρομέρο, Καχάμπρε, είναι ένας φόρος τιμής στις Αφροαμερικανίδες των κολομβιανών κοινοτήτων.

Μια συνομιλία με τον σημαντικό Κολομβιανό συγγραφέα και ποιητή με αφορμή το βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

Καθηγητής Ισπανοαμερικανικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι, συγγραφέας και ποιητής, συμμετείχατε, στη δεκαετία του ’60, στο πρωτοποριακό κολομβιανό λογοτεχνικό κίνημα του Nadaísmo.

Θα θέλατε ν’ αναφερθείτε στα χαρακτηριστικά του;

Η Κολομβία είναι μια χώρα σημαδεμένη από την πολιτική βία από τη δημιουργία της ως κράτος.

Μετά από έναν από τους πολλούς εμφύλιους πολέμους που η χώρα είχε υποφέρει, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50, μια ομάδα νεαρών διανοουμένων από την επαρχία αποφάσισε να αμφισβητήσει την κυρίαρχη εξουσία.

Ως όπλο πολέμου χρησιμοποίησαν την πένα του συγγραφέα, δηλαδή τη λέξη.

Η ιδέα δεν ήταν η δημιουργία μιας νέας τάξης, αλλά η απαξίωση της καθεστηκυίας. Ήταν μια βίαιη απάντηση, υπό πολιτισμικό πρίσμα, στην πολιτική βία.

Ο Gonzalo Arango, ο ηγέτης της ομάδας, δεν περιορίστηκε στη μάχη ενάντια στις κυρίαρχες ιδεολογίες, αλλά έψαξε στη λογοτεχνία και στην ποίηση τρόπους για την κατάργηση των παλιών πολιτισμικών δομών.

Επομένως, η παρουσία αβάν-γκαρντ κινημάτων, τα οποία είχαν αναδυθεί στην Ευρώπη πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν είχαν σπουδαία υποδοχή στην Κολομβία, έγιναν κυρίαρχα στους νεαρούς συγγραφείς.

Ο σουρεαλισμός, ο δημιουργισμός, ο υπαρξισμός ήταν μερικά από αυτά, και μια «πινελιά» εκλεκτικισμού τα ανακάτεψε. Δεν υπήρχε, άρα, κάποια συγκεκριμένη αισθητική ή ρητορική στο κίνημα που αυτοαποκαλείτο Nadaísmo.

Η ήττα τους ήταν και η νίκη τους, γιατί η βία ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει, οπότε ούτε και το κίνημα. Σήμερα αγκαλιάζεται από νέες γενιές διανοουμένων.

Αν το Καχάμπρε, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σας, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, ήταν ένας πίνακας ζωγραφικής, θα ήταν πιθανόν ιμπρεσιονιστικός. Συμφωνείτε; Πώς σχετίζεστε με τη ζωγραφική γενικά;

Η ερώτησή σου με εκπλήσσει, γιατί ένα από τα πρώτα προβλήματα που έπρεπε να λύσω για να γράψω αυτό το μυθιστόρημα ήταν εκείνο του χρώματος.

Οι αναμνήσεις μου από τον καιρό που πέρασα σ’ αυτή την περιοχή της Κολομβίας, μια ζούγκλα ανάμεσα σε βουνά και τεράστια ποτάμια που εκβάλλουν στη θάλασσα, ήταν ο λόγος που δυο χρώματα κυριάρχησαν: το βαθύ πράσινο και το σκούρο καφέ.

Αυτός είναι ο κόσμος που ζει στη ζούγκλα, όπου το γαλάζιο του ουρανού είναι δευτερεύον χρώμα- μακρινό, θα έλεγες.

Για να λύσω αυτό το πρόβλημα, δεν είχα άλλη εναλλακτική από το να αρχίσω να γράφω υπό αυτό το οπτικό πρίσμα, το οποίο γίνεται ιμπρεσιονιστικό, διάχυτο, κι έτσι οι χαρακτήρες είναι αρχικά δύσκολοι στην κατανόηση.

Το μυθιστόρημα ξεκινά τη νύχτα του θανάτου της Ρουπέρτα, της πρωταγωνίστριας, κι ακούμε μόνο τις φωνές εκείνων που μιλάνε ή την αδιάφορη αντίληψη του αφηγητή.

Αναπτυσσόμενο, όμως, κατόπιν το μυθιστόρημα εγκαταλείπει, κατά τη γνώμη μου, τον ιμπρεσιονιστικό του χαρακτήρα για να αναζητήσει μια συνάντηση με την κυρίαρχη πραγματικότητα του τροπικού κόσμου.

Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του μετασχηματισμού προς το ευθέως φυσικό είναι η ίδια η Ρουπέρτα.

Στην αρχή του βιβλίου εμφανίζεται ως μια γυναίκα ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς, σχεδόν ως σεξουαλικό αντικείμενο που ελκύει τους άντρες, δηλαδή ως μια ιμπρεσιονιστική εκδοχή της.

Καθώς όμως το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται, ανακαλύπτουμε την πραγματικότητά της, που την καθιστά μια ξεκάθαρα πολύτιμη γυναίκα για την κοινότητά της.

Πιστεύω ότι το βιβλίο κινείται από το ιμπρεσιονιστικό στο πραγματικό, αλλά όχι το υπέροχο ή το φανταστικό πραγματικό, με το οποίο η λατινοαμερικανική αφήγηση έχει πολλές φορές συνδεθεί.

Μεθυστικό «χαρμάνι» νουάρ, προσωπικού ημερολογίου, ταξιδιωτικού χρονικού και ανθρωπολογικής/κοινωνιολογικής πραγματείας, το βιβλίο σας είναι ένας φόρος τιμής στις Αφροαμερικανίδες των κολομβιανών κοινοτήτων του Ειρηνικού.

Πηγάζει αυτή η βαθιά σύνδεση με τον τόπο και τους κατοίκους του από τις δικές σας αναμνήσεις ως επισκέπτη στην περιοχή;

Ναι, γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια περιοχή βαθιά ανάμικτη, κυρίως με μαύρους και λευκούς, αν και υπήρχαν και ιθαγενείς. Ο πολιτισμός γενικά είναι πολύ επηρεασμένος από αυτές τις εκφάνσεις, κι είμαι ένας καλός εκπρόσωπός τους.

Δεν είναι το ίδιο να ζεις σ’ έναν ανάμικτο κόσμο όπου κυριαρχεί η ευρωπαϊκή κουλτούρα και σε μια περιοχή όπου υπάρχει ένα σχεδόν καθαρό κατάλοιπο των αφρικανικών πολιτισμών οι οποίοι ήρθαν στην Αμερική εκατοντάδες χρόνια πριν.

Αυτή η εμπειρία με έκανε να καταλάβω πως πέρα από τα κατάλοιπα της σκλαβιάς υπήρχαν κι άλλες μορφές ανθρώπινης κυριαρχίας, και τα θύματα ήταν οι γυναίκες.

Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα είναι φόρος τιμής σ’ αυτές, αλλά και μια αναγνώριση της σπουδαιότητας και του κουράγιου τους ν’ αντιμετωπίσουν τα σκαμπανεβάσματα της ζωής.

Γι’ αυτό και μια από τις κύριες έγνοιες μου ήταν να διασφαλίσω ότι όλα όσα περιλαμβάνονταν ως τμήμα της κουλτούρας ήταν αληθινά κι όχι μυθοπλαστικά. Η έρευνά μου ήταν κοπιαστική, και -πρέπει να πω- επιστημονική.

Όταν το μυθιστόρημα εκδόθηκε στα ισπανικά, έστειλα ένα αντίτυπο στον εθνολόγο Jaime Arocha, κορυφαία αυθεντία στους αφρο-κολομβιανούς πολιτισμούς, και συζητήσαμε ενώπιον κοινού και φοιτητών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Κολομβίας.

Σύμφωνα με τον Arocha, το μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι ένα πληροφοριακό ανάγνωσμα για φοιτητές ανθρωπολογίας.

Το μυθιστόρημα ιστορείται σε πρώτο πρόσωπο από έναν νεαρό φοιτητή και φέρελπι συγγραφέα που παραμένει ανώνυμος. Θα μπορούσε να θεωρηθεί το λογοτεχνικό σας alter ego;

Και όντως η συγγραφή μοιάζει η συγγραφή με ταξίδι για εσάς, όπως αναφέρει η Μαρ στον αφηγητή;

Η πρόθεσή μου δεν ήταν να το κάνω αυτοβιογραφικό.

Ίσως οι θείοι κι η θεία του αφηγητή είναι εγγύτερα στην ιστορική πραγματικότητα του μυθιστορήματος, αν και αυτό ακουμπά τον αφηγητή ως το alter ego του συγγραφέα, πρέπει να παραδεχτώ.

Αν και η φωνή του ακούγεται σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος, ως χαρακτήρας είναι δευτερεύων. Είναι κάποιος που παρατηρεί και καταγράφει την εκτυλισσόμενη πραγματικότητα.

Οι περισσότεροι συγγραφείς, όταν έρχονται αντιμέτωποι με αυτό το είδος των μυθιστορημάτων που θίγουν την προσωπική ζωή, καταλήγουν να δανείζουν στον αφηγητή-χαρακτήρα πολλή από τη δικιά τους βιογραφία.

Πρόκειται για δάνεια που επιζητούν να εδραιώσουν αυτό που είναι αληθινό στη δουλειά, είτε είναι μια ιστορία, ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα.

Σε σχέση μ’ αυτό έχω κατά νου τον Χέμινγουεϊ ή τον Σαντράρ. Τούτου λεχθέντος, συμφωνώ με την ιδέα πως η συγγραφή είναι ένα ταξίδι ή το αντίστροφο, το ταξίδι είναι συγγραφή.

Αυτή η ιδέα είναι παρούσα σ’ όλη τη ζωή και την ποίησή μου. Από πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησα να ταξιδεύω. Όταν έγινα είκοσι είχα ήδη ταξιδέψει σ’ όλη την Κολομβία, και μέχρι τα εικοσιέξι σ’ ολη την αμερικανική ήπειρο.

Επίσης, στα δεκαέξι μου είχα γράψει ποιήματα τα οποία ακόμα περιλαμβάνονται σε ανθολογίες της ποίησής μου. Ποτέ δε σταμάτησα να γράφω και να ταξιδεύω, αν και υπάρχουν καιροί όπως αυτοί που ζούμε σήμερα όπου το ταξίδι είναι εσωτερικό.

Το Καχάμπρε, πάντως, κυριαρχείται από γυναίκες, μεταξύ των οποίων η σεξουαλικά απελευθερωμένη Ρουπέρτα, θύμα φόνου και πολιτική ακτιβίστρια. Πείτε μου περισσότερα γι’ αυτόν τον σχεδόν μυθικό χαρακτήρα.

Είναι πηγή μεγάλης ικανοποίησης για μένα να βλέπω ότι αποκαλείς την Ρουπέρτα σχεδόν μυθικό χαρακτήρα, ακριβώς επειδή κατάγεσαι από την Ελλάδα όπου οι περισσότεροι μύθοι οι οποίοι συνοδεύουν τον δυτικό πολιτισμό θεμελιώθηκαν.

Ως συγγραφέας, καθένας βιώνει τρυφερότητα κι απόρριψη έναντι των χαρακτήρων του. Στην περίπτωσή μου νιώθω τεράστια τρυφερότητα και θαυμασμό για την Ρουπέρτα.

Όχι μόνο πρέπει να παλέψει ενάντια στη ζήλεια της ίδιας της της κοινότητας επειδή είναι τόσο όμορφη κι έξυπνη, αλλά και πολλά από τα μέλη της κοινότητας βρίσκουν σ’ αυτήν λογους για παράπονο και απόρριψη.

Ως συλλέκτρια βρώσιμων μαλακίων (piangua), ιδιαιτέρως επιθυμητών από την εκλεπτυσμένη κουζίνα των πόλεων, αγωνίζεται να υπερασπίσει τις συντρόφισσές της από την εκμετάλλευση.

Ως λάτρης της περιοχής της, αγωνίζεται επίσης ν’ ανακτήσει τη γη που έχουν καταλάβει οι γαιοκτήμονες.

Η Ρουπέρτα είναι μια γυναίκα που αγαπά, έτσι εκείνοι οι οποίοι την θέλουν δεν ψάχνουν για τίποτε άλλο πέρα από τις χάρες του κορμιού της. Αλλά αγαπά και μάχεται χωρίς να έχει καμιά άλλη σημαία πέρα από τον ίδιο της τον εαυτό.

Είναι σαν η Ρουπέρτα να ήταν η θεά του τεράστιου ποταμού που είναι ο Καχάμπρε.

Έπειτα έχουμε και το ποτάμι, το οποίο μοιάζει να σας μαγεύει. Σωστά υποθέτω;

Πρέπει επίσης να συμφωνήσω μαζί σου, καθώς αυτός ο ποταμός κουβαλά όλα τα πιθανά ξόρκια. Η επικράτεια και η μεγαλοπρέπειά του κινούν τα πάντα γύρω του.

Είναι σαν να πρόκειται για μια ύπαρξη που το τέλος κι η αρχή της ελέγχει τα πάντα γύρω της, είτε έχουμε να κάνουμε με την ίδια τη φύση ή με τους ανθρώπους που την κατοικούν. Αυτό που δίνει με αγάπη το παίρνει επίσης πίσω με σκληρότητα.

Πέρα από τη μαγεία, σχέσεις εξουσίας αναδύονται και εξερευνώνται, με τη μορφή της αποικιοκρατίας, της εκμετάλλευσης και της φτώχειας. Πόσα έχουν αλλάξει σ’ αυτό το τμήμα της Κολομβίας έκτοτε;

Αυτή περιοχή, καθώς και μεγάλο μέρος της χώρας, δεν έχει αλλάξει καθόλου, ίσως με αρνητική έννοια. Η κατάσταση στα χρόνια που εκτυλίσσεται το βιβλίο δεν ήταν τόσο σοβαρή όσο είναι σήμερα.

Οι κοινότητες των μαύρων έχουν κερδίσει λίγα από την άποψη της κατοχής γης.

Αυτό, όμως, δε βοηθά πολύ, επειδή η εισβολή των ανταρτών, των διακινητών ναρκωτικών, των παραστρατιωτικών και του κοινού υπόκοσμου έχει εκτοπίσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού στις πόλεις.

Η εκμετάλλευση των piangüeras, των συλλεκτών μαλακίων, παραμένει η ίδια, αν δεν είναι χειρότερη.

Τα μεγάλα εργοστάσια ξυλείας έχουν ως επί το πλείστον αντικατασταθεί από χρυσοθήρες στα ποτάμια, που προκαλούν τεράστια καταστροφή και δηλητηρίαση της γης και των νερών με χημικά.

Γυναίκες όπως η Ρουπέρτα συνεχίζουν, ωστόσο, να μάχονται, παρά τη μοναξιά και τη λήθη, στις οποίες η επίσημη εξουσία τις υποβάλλει.

Μαζικές διαδηλώσεις εναντίον της αύξησης των φόρων, της διαφθοράς και της μεταρρύθμισης του συστήματος που προωθούνταν από τον ακροδεξιό πρόεδρο Ντούκε συντάραξαν πρόσφατα την Κολομβία. Δεκάδες διαδηλωτές φονεύτηκαν.

Ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα πιο σοβαρά προβλήματα που η κολομβιανή κοινωνία -και κυρίως τα λιγότερο προνομιούχα κομμάτια της- αντιμετωπίζει στις μέρες μας και πώς νομίζετε ότι θα μπορούσαν να ξεπεραστούν;

Η Κολομβία είναι μια χώρα εξαιρετικά διαχωρισμένη στη γεωγραφία της, στις πολιτισμικές και κοινωνικές περιοχές, στα φυλετικά συστατικά της και στην πολιτική οργάνωσή της.

Το μόνο που τη συνέχει είναι ίσως ο καθολικισμός, ο οποίος είναι ακραίος.

Αυτή η κατάσταση δεν ανοιγει την όρεξη σε πολιτικούς ή ιδεολόγους, κοινωνικούς μεταρρυθμιστές ή πολιτισμικούς αναλυτές, που προσπαθούν να συγκαλύψουν αυτό το πρόβλημα υποστηρίζοντας φιλοσοφίες ενότητας και απόπειρες κοινού αγώνα.

Τίποτε από αυτά δε λειτουργεί γιατί η χώρα είναι μια σύμπηξη διαφορετικών κοινωνικών ομάδων σημαδεμένων από διαφορετικών ειδών επιμιξία.

Το κεντρικό πρόβλημα της χώρας πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα των συμφωνιών μεταξύ περιοχών, που θα αντικαταστήσουν το σύστημα των τμημάτων με πολιτείες με διαφορετικά συντάγματα, λιγάκι όπως συμβαίνει με το Μεξικό ή τις Η.Π.Α.

Αυτό θα τους έδινε μεγαλύτερη αυτονομία.

Αυτό το σύστημα πολιτειών, ωστόσο, λειτούργησε στην Κολομβία μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, και πυροδότησε τρομερούς εμφύλιους πολέμους. Οπότε, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει λύση, κατά τη γνώμη μου.

Το 2008 αναγορευτήκατε σε επίτιμο διδάκτορα του ΕΚΠΑ. Πώς θα περιγράφατε και θα αξιολογούσατε τη σχέση σας με την Ελλάδα σε ιστορικό, μυθολογικό και λογοτεχνικό επίπεδο;

Το γεγονός ότι το ΕΚΠΑ μού απένειμε αυτή την υψηλή διάκριση υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους φόρους τιμής που έχω λάβει στη ζωή μου, και τον εκτιμώ βαθιά.

Η σχέση μου με την Ελλάδα βασίζεται σε πολλά επίπεδα προσέγγισης, κατανόησης και τρυφερότητας, όχι μόνο για την ελληνική κουλτούρα γενικά, αλλά και για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες ειδικά.

Από πολύ νεαρή ηλικία ο ελληνικός κόσμος ήταν κομμάτι των παιδικών παιχνιδιών μου και αργότερα, όταν ανακάλυψα στα διαβάσματά μου Έλληνες ποιητές και συγγραφείς, η ελληνική ποίηση κι η αφήγηση ενσωματώθηκαν στις αναζητήσεις μου.

Ήταν κομμάτι μου ως ποιητή και αφηγητή.

Από ευτυχή συγκυρία, το παιχνίδι με τα ζάρια της ύπαρξης, που οι σουρεαλιστές θεωρούσαν καταλύτη αγάπης, μού επέτρεψε να ενώσω την καρδιά και τη ζωή μου με μια νεαρή Ελληνίδα, η οποία σπούδαζε τους πολιτισμούς των αμερικανικών τροπικών.

Με συνόδευε τώρα στο ταξίδι, κι αυτό μ’ έφερε στην Ελλάδα. Χάρη στην οικογένειά της μπόρεσα να εισέλθω στη χώρα όχι σαν εισβολέας, αλλά ως ταπεινός εξερευνητής, που έγινε υιοθετημένος Έλληνας. Έτσι νομίζω.

Είναι αδύνατο να αναφέρω εδώ όλους τους αξιολάτρευτους Έλληνες συγγενείς που ζουν σ’ αυτή τη γη ή στη μνήμη μου, τους ποιητές που μου άνοιξαν την αγκαλιά τους, και τους φίλους που γελάνε καθώς ο ήλιος του Αιγαίου πάντα τους φώτιζε.

Περιέργως, το DNA μου καταδεικνύει πως είμαι κατά το 20% Έλληνας.

Ευχαριστώ θερμά την Δήμητρα Αρκουμάνη από τις Εκδόσεις Τόπος για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Αρμάντο Ρομέρο για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας που συνοδεύει την ανάρτηση.

Το μυθιστόρημα του Αρμάντο Ρομέρο Καχάμπρε κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα.