Πυκνό, πολυεπίπεδο και συγκρουσιακό πολιτικό και υπαρξιακό “western, το Digger, μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας του Τζώρτζη Γρηγοράκη με πρωταγωνιστή τον Βαγγέλη Μουρίκη, είναι μια από τις ταινίες της χρονιάς.

Φορτωμένη με πολλά εγχώρια και διεθνή βραβεία, προβάλλεται από τις 17 Ιουνίου στους κινηματογράφους. Συναντώντας τους Τζώρτζη Γρηγοράκη και Βαγγέλη Μουρίκη ένα βροχερό απόγευμα στα Εξάρχεια.

Το Digger είναι αφιερωμένο στον πατέρα σου. Γιατί;

(Τζώρτζης Γρηγοράκης): Με έναν τρόπο εμπνεύστηκε από τη σχέση μου με τον πατέρα μου.

Έχει καταγωγή από έναν ορεινό τόπο;

(Τ.Γ.): Καμία σχέση! Από την Πελοπόννησο είναι η καταγωγή του. Εμπνεύστηκε υπό την έννοια της αρχετυπικής σχέσης πατέρα-γιού, που από τη φύση της είναι συγκρουσιακή. Το ζητούμενο, ωστόσο, μέσα από τη σύγκρουση είναι η συμφιλίωση.

Εσύ, Βαγγέλη, είσαι πατέρας;

(Βαγγέλης Μουρίκης): Nαι.

Σε βοήθησε το γεγονός αυτό να προσεγγίσεις και να ενσαρκώσεις τον συγκεκριμένο ρόλο πιο βαθιά;

(Β.Μ.): Αυτό θα ίσχυε με τον καθένα που θα υποδυόταν κάποιον ρόλο. Αν στον συγκεκριμένο με βοήθησε κάπου, δεν μπορώ να το πω, γιατί δεν έχω μια τέτοιου είδους σχέση.

Ό,τι ήρθε στο «πανί» από αυτόν τον άνθρωπο έχει προκύψει από συζήτηση ετών με τον Τζώρτζη.

Άρα υπάρχει προϊστορία.

(Β.Μ.): Ακριβώς. Επομένως, στο πώς έχει ενσαρκωθεί αυτός ο ρόλος εμπλέκεται και η άποψη του Τζώρτζη. Κινηματογράφο κάνουμε, ο σκηνοθέτης βρίσκεται πίσω από την κάμερα και βλέπει αυτό που θέλει να δει.

Αν εσύ παίξεις αυτά που γνωρίζεις, κυρίως θα λειτουργούν σε ένα συναισθηματικό επίπεδο. Δε θα έχουν να κάνουν με την κινησιολογία και το βλέμμα το συγκεκριμένο ή με την αγωνία της στιγμής.

Οπότε και ο καθένας σας ατομικά, αλλά και από κοινού, «σκάψατε» -για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο της ταινίας-, προκειμένου να «βγουν» οι ρόλοι και, εν τέλει, η ταινία.

(Β.Μ.): Σε κάθε ρόλο «σκάβεις», ειδάλλως θα παίξεις την πάρτη σου που έτυχε να βρεθεί κάπου. Σε ένα περίπτερο, για παράδειγμα. Και ως σκηνοθέτης «σκάβεις».

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτήσεις ήταν πολύ σκληρές. Αρχετυπική είναι η ιδιότητα. Η συνθήκη και η προσωπικότητα της σχέσης είναι εντελώς ξεχωριστές κάθε φορά.

Εκτός υστέρων και αφού δει την ταινία, μπορεί ο κάθε πατέρας και ο κάθε γιος ν’ αναγνωρίσουν δικά τους κομμάτια μέσα. Το εύχομαι αυτό.

Ο μικρόκοσμος του βουνού και του δάσους είναι κυρίαρχος στο φιλμ. Ο Νικήτας κάπου λέει μάλιστα ότι το δάσος πρέπει να το αγαπάς για να το αντέχεις.

Θα ήθελα να μου μιλήσετε για την προσωπική σας σχέση με το βουνό, το δάσος, τη γη.

(Τ.Γ.): Αν βρίσκεσαι στην άγρια φύση, τα πράγματα δεν είναι ρομαντικά. Και camping να πηγαίνεις σε μια παραλία τον χειμώνα, τα πράγματα είναι ζόρικα.

Αν, λοιπόν, έχεις επιλέξει έναν άγριο τρόπο ζωής, πρέπει να είσαι πολύ αποφασισμένος και αφοσιωμένος για να το αντέξεις αυτό το πράγμα. Αυτή είναι η πραγματικότητα του ήρωα, του Νικήτα.

Προσωπικά δεν έχω ζήσει τόσο άγριες καταστάσεις με τόσο μεγάλη διάρκεια.

Σε ό,τι αφορά τη σχέση μου με τη γη, ένιωθα μια ανάγκη να πατήσω καλύτερα. Για να πατήσεις καλύτερα πρέπει να βρεις κάτι μέσα σου, κι αυτό σχετίζεται με τις ρίζες σου. Αυτές μπορεί ο καθένας να τις προσεγγίσει όπως θέλει.

Εσύ, Βαγγέλη;

(Β.Μ.): Μ’ αρέσει η φύση. Από μικρός τα γούσταρα τα δάση. Έχω χωθεί και χαθεί μέσα σ’ αυτά. Και μόνος μου τα έχω περπατήσει πολύ. Πάντοτε έχουν μια ομορφιά, ένα μυστήριο, μια ξεκούραση. Καλό είναι να βλέπεις τα δάση κι όχι μόνο το δέντρο.

Όταν, λοιπόν, ήρθε αυτή η ιδέα προς συζήτηση από την πλευρά του Τζώρτζη, είπα: «Υπάρχει ένας λόγος παραπάνω». Γιατί τα περισσότερα τοπία στα οποία κινούνται οι ήρωες που παίζουμε είναι μέσα στην πόλη, σε κάτι σκατογειτονιές.

Όταν σε ένα τόσο όμορφο μέρος έχεις προβλήματα, αυτό σημαίνει πως η σύγκρουση που έρχεται είναι σε πολλά επίπεδα- αισθητικής, αξιολόγησης της ζωής, κοσμοθεωρητικό.

Ήμουν πολύ ευτυχής που ήρθε ο Τζώρτζης με μια ιδέα η οποία ενώνει άνθρωπο με φύση, άνθρωπο με ζώα, άνθρωπο με άνθρωπο, συγκρούσεις με συγκρούσεις, συναισθήματα με συναισθήματα.

Στο Digger εισάγεται με τρόπο πολύ γόνιμο κινηματογραφικά και πολιτικά η θεματική της καταστροφικής καπιταλιστικής «ανάπτυξης», που, απ’ όσο ξέρω, μέχρι στιγμής δεν έχει εξερευνηθεί επαρκώς σε ταινίες μυθοπλασίας.

Μίλησέ μου, Τζώρτζη, για την ανάγκη σου να καταπιαστείς μ’ αυτό το «τέρας», όπως αποκαλείται στο φιλμ.

(Τ.Γ.): Παρόλο που το «τέρας» είναι προφανές, πάλι δεν αντιδρούμε σωστά. Πόσο μάλλον που η κατάσταση θα γίνει πιο πονηρή τώρα, με τη δήθεν «πράσινη» ανάπτυξη.

Κάνουμε υποτίθεται τα πάντα για να γυρίσουμε σε μια κανονικότητα. Το ζητούμενο είναι να εμβολιαστούμε για να πίνουμε μπύρες- που κι εγώ το θέλω και μου λείπει. Στο μέλλον, ωστόσο, θα βρίσκουμε τέτοιου είδους προβλήματα.

Θα χωριστεί ο κόσμος ανάμεσα σε εκείνους που θα θέλουν να έχουν μια δουλειά καλοπληρωμένη -ή και όχι-, αλλά το παιδί τους μπορεί να μην έχει καθαρό νερό να πιεί και να παθαίνει καρκίνο στα 45, και όσους είναι ενάντια σ’ αυτό.

Και όχι απλώς διαμαρτυρόμενοι λεκτικά, αλλά πληρώνοντας ένα τίμημα.

(Τ.Γ.): Κάνουν μια άλλη επιλογή ζωής, βλέπουν τα πράγματα πιο συνολικά- κι αυτό είναι το σημαντικότερο για μένα.

Σημαντικό είναι και ότι αυτό το συγκρουσιακό κλίμα εντός μιας κοινότητας αποτυπώνεται κινηματογραφικά.

(Τ.Γ.): Σε διάφορες κλίμακες υπάρχει παντού στην Ελλάδα και στον κόσμο- είτε πρόκειται για τη διάνοιξη ενός δρόμου είτε για την κατασκευή ενός αεροδρομίου. Υπό διαφορετικές συνθήκες, σε κάθε περίπτωση.

Στο Μεξικό η αντίσταση γίνεται με όπλα. Αντίστοιχα διαφοροποιούνται και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν τα «τέρατα».

Υπάρχει ένα deadline. Πρέπει ν’ αλλάξουμε τη σχέση μας με τον πλανήτη για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως είδος. Το θέμα δεν είναι πια ιδεολογικό ή πολιτικό, αλλά αν μας ενδιαφέρει να κρατήσουμε τον πλανήτη Γη ή όχι.

Αν κι η ταινία έχει σαφή άποψη ενάντια στη λεγόμενη «ανάπτυξη», υιοθετεί μια διαλεκτική προσέγγιση.

(Τ.Γ.): Το θέμα είναι βαθύ, μεγάλο και πολύπλοκο. Κάποιον που πάει να εργαστεί σε μια τέτοια θέση δεν μπορείς να τον ακυρώσεις σαν μαλάκα. Μπορεί και να είναι, αλλά μπορεί να είσαι κι εσύ, για κάποιους άλλους λόγους.

(Β.Μ.): Η εξωτερική σύγκρουση μεταφέρεται και μέσα στο σπίτι.

Τον τρόπο με τον οποίο η ταινία «παντρεύει» αυτούς τους δύο άξονες δεν τον έχουμε δει εύκολα, ούτε και τόσο ολοκληρωμένα δοσμένο, γιατί ναι μεν θέσεις παίρνονται, αλλά οι συγκρούσεις γίνονται επί των θέσεων, οπότε ανοίγει μια κουβέντα.

Όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά και ανάμεσα στους ανθρώπους που θα τη δουν.

Το «τέρας» νοηματοδοτείται ευρύτερα: εντός του καθενός και της καθεμιάς, αλλά και της σχέσης μεταξύ των χαρακτήρων.

(Β.Μ.): Και με τη γύρω κοινωνία. Το φιλμ θίγει ωραία ένα οικουμενικό θέμα. Όσο αρχετυπική είναι η σχέση πατέρα-γιού, άλλο τόσο είναι το ενδιαφέρον μας για το δάσος και το τι θα γίνει με τη ζωή μας.

Αξίζει να το δεις και σε επίπεδο θεάματος και διασκέδασης και ως τροφή για σκέψη σχετικά με ζωτικά ζητήματα. Η πανδημία το έδειξε.

Ίσως έχουμε χάσει χρόνο.

(Β.Μ.): Έχουμε χάσει την μπάλα. Η πανδημία ήρθε και μάς είπε: «Κυρίες και κύριοι, δεν είστε στο και παρά πέντε, είστε στο και δέκα». Τρεχάτε ποδαράκια μου, δηλαδή.

Η πανδημία, και κυρίως η εγκληματική εγχώρια διαχείρισή της, έχει πλήξει ιδιαίτερα και εσάς ως εργαζόμενους στον χώρο του κινηματογράφου.

(Β.Μ.): Η συγκεκριμένη ταινία θέλει τον χώρο της, όπως και πολλές σαν κι αυτή. Λόγω της όλης μαλακίας πρέπει ξαφνικά να εφευρίσκουμε άλλου είδους προβολές.

Έχω νεύρα μ’ αυτό -και πολύς άλλος κόσμος-, οπότε αυτοί που πρέπει να προσέχουν, πρέπει να προσέχουν. Κι αν είμαστε εμείς αυτοί που πρέπει να προσέχουμε, ας προσέχουμε.

Μιλώντας από την πλευρά του σκηνοθέτη, πώς βλέπεις να εξελίσσονται τα πράγματα στο όποιο και στο όποτε «μετά» της πανδημίας;

(Τ.Γ.): Δεν έχω ιδέα! Δεν ξέρεις καν τι θα κάνεις τον επόμενο μήνα πια.

(Β.Μ.): Δεν ξέρεις τι θα κάνεις την επόμενη ώρα.

(Τ.Γ.): Έχουμε πιο σημαντικά θέματα να λύσουμε από το πώς θα βλέπουμε σινεμά. Το σινεμά δε θα πεθάνει. Ταινίες βλέπαμε.

Έλειψε, όμως, στον κόσμο το να πηγαίνει σινεμά. Εκτίμησε διαφορετικά τη σχέση που μπορεί να έχει με τη μεγάλη οθόνη και τη συλλογική θέαση. Βγαίνουν ελληνικά φιλμ, υπάρχει ένα κοινό που θέλει καλές ελληνικές ταινίες, πάνε πάρα πολύ καλά.

Κι όταν λέμε «καλές», εννοούμε κανονικές, με αρχή, μέση και τέλος, που αφορούν τον κόσμο: ούτε σαχλαμάρες που κοιτάνε να τα κονομήσουν, ούτε αυτοαναφορικές οι οποίες απασχολούν αυτούς που τις κάνουν ή όσους ερευνούν ένα είδος.

Να υπάρχει ένα πάρε-δώσε ισότιμο. Και να σου δίνουν κάτι, και να δίνεις μετά σε μια κουβέντα.

(Β.Μ.): Ταινίες που απαντάνε και στο προσωπικό σου ερώτημα.

Το «πουθενά» του παραγκόσπιτου του Νικήτα επιλέχτηκε, φαντάζομαι, για να καταδείξει και ένα «παντού».

(Τ.Γ.): Ωραία το είπες, δε θυμάμαι γιατί επιλέχτηκε- έχουν περάσει έξι χρόνια!. Μ’ αρέσει όπως το «διαβάζεις».

(Β.Μ.): Πολύ ωραία το βάζεις, γι’ αυτό και μιλήσαμε για την παγκοσμιότητα του εγχειρήματος. Επειδή είμαι «υπήκοος» του κινηματογράφου και γουστάρω, αυτή η ταινία έχει πολύ κινηματογράφο.

Έχει σωστή φωτογραφία, σκηνοθεσία, σωστά ρούχα και σκηνικά.

Έχει και Βαμβακάρη (σημ.: η κλασική σύνθεση Τα ματόκλαδά σου λάμπουν ακούγεται τακτικά).

(Β.Μ.): Έχει και Βαμβακάρη. Έχει σινεμά, όπως σου είπα. Αυτό είναι το σημαντικό. Όλα τ’ άλλα είναι κουβέντες.

(Τ.Γ.): Κουβέντες που κάνουμε εμείς ευχόμαστε να τις κάνει κι ο κόσμος που θα τη δει μεταξύ του. Κι εμείς μια άποψη λέμε για την ταινία. Μπορεί κάποιος να έχει καλύτερη- πώς είπες εσύ το πουθενά είναι και παντού;

(Β.Μ.): Tην πήγες δέκα βήματα παραπέρα.

(Τ.Γ.): Να εμπιστευτούν αυτοί που κάνουν τις ταινίες ότι το κοινό είναι πιο έξυπνο από αυτούς.

Εσένα, Βαγγέλη, τι σου έχει λείψει πιο πολύ αυτό το «πανδημικό» διάστημα; Είναι η επαφή με το κοινό;

(Β.Μ.): Μου έχει λείψει αυτό που έχει λείψει σ’ όλον τον κόσμο: μια ελευθερία. Μπορεί ξαφνικά να πρέπει να δίνεις λογαριασμό και για το πότε κατουράς. Αυτό ήδη σε έχει περάσει στη χώρα της paranoia. Θα μας μείνει για πολύ καιρό.

Αυτός ο αέρας, ότι το μάτι μου βλέπει μακριά, είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Με την πανδημία αυτό «κόπηκε» για μένα. Ξαφνικά βλέπεις μέχρι την κολόνα. Σ’ αυτό εντάσσω και το ότι δεν μπορώ να δω την οθόνη πέρα.

Δεν μπορώ να ξαπλώνω στο καθισματάκι και ν’ αρχίζουν απέναντι «να βαράνε τα νταούλια»! Αυτά, βέβαια, αφορούν εμάς που έχουμε επιβιώσει όλης αυτής της μαλακίας. Υπάρχουν και άνθρωποι που την πλήρωσαν άσχημα.

Εσύ, Τζώρτζη, κοιτάς μακριά;

(Τ.Γ.): Δεν ξέρω αν όλα όσα συμβαίνουν με το Zoom και τις οθόνες συνιστούν ένα μοντέλο που θα κυριαρχήσει, αλλά οι νέες γενιές θα έχουν πρόβλημα με την όρασή τους, λόγω του focus στις οθόνες. Δε θα μπορούν να δουν μακριά.

Ελπίζω, πάντως, η δουλειά σας να συμβάλει στο να συνεχίσουμε να κοιτάμε μακριά.

(Β.Μ.): Θα επιβιώσουμε της όλης φάσης, αλλά με τι τίμημα…

Η ταινία του Τζώρτζη Γρηγοράκη Digger με πρωταγωνιστή τον Βαγγέλη Μουρίκη προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 17 Ιουνίου σε διανομή του Μικρόκοσμου.